Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

«Γιατί η κυβέρνηση προτίμησε να αναθεωρήσει τις συμβάσεις ΣΔΙΤ, αντί να επαναπροκηρύξει τα έργα των αυτοκινητοδρόμων ως Δημόσια Έργα;»

· Δήλωση Νίκου Χουντή για την υπογραφή της δανειακής σύμβασης με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων

Με αφορμή το χθεσινό επικοινωνιακό σόου που στήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, για την υπογραφή δανειακής σύμβασης με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Χουντής, έκανε την ακόλουθη δήλωση: 

«Οι χθεσινές υπογραφές των «αρμοδίων» υπουργών και της ΕΤΕπ, για δάνειο του ελληνικού δημοσίου για το «ξεμπλοκάρισμα των αυτοκινητοδρόμων», που είναι αποτέλεσμα συζητήσεων ακόμα και τριβών ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αποτελεί ένα μεγάλο βήμα στην κατεύθυνση ολοκλήρωσης ενός τεράστιου σκανδάλου σε βάρος του ελληνικού δημοσίου, στο οποίο συνέπραξαν, με απόλυτη γνώση και συνείδηση, όλες ανεξαιρέτως οι μνημονιακές κυβερνήσεις.

Τα έργα δήθεν Σύμπραξης Δημόσιου & Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) ήταν πάντα μία ευκαιρία τεράστιας κερδοσκοπίας εργολάβων και τραπεζών, σε βάρος όχι μόνο του δημοσίου χρήματος, αλλά και της οικονομίας και των πολιτών, που για δεκαετίες επιβαρύνονται με υπέρογκα διόδια–κέρδη για τις Κοινοπραξίες. 

Με τις χθεσινές «υπογραφές» το όργιο σε βάρος του Δημοσίου αποκαλύπτεται πλήρως, με απολύτως κυνικό τρόπο: 

Πρώτον, όχι μόνο δεν έχουν ενεργοποιηθεί ρήτρες υπέρ του Δημοσίου για το γεγονός ότι τα έργα είναι σταματημένα, ουσιαστικά από το 2010 με υπαιτιότητα των εργολάβων, λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, την οποία όφειλαν να έχουν, σύμφωνα με τις συμβάσεις, οι ίδιοι εξασφαλίσει, αλλά αντίθετα, απαίτησαν και έλαβαν από το ελληνικό Δημόσιο, ως ποινικές ρήτρες, εκατοντάδες εκατομμύρια, για δήθεν «καθυστερήσεις» ευθύνης του ελληνικού Δημοσίου, με διάφορα προσχήματα (αρχαιολογία, απαλλοτριώσεις, κλπ) τα οποία απεδέχθησαν, χωρίς πολλά πολλά, «αρμόδιοι» Υπουργοί. Τα ποσά αυτά προστέθηκαν ως «δώρο» στα υπέρογκα διόδια που εισπράττουν παράνομα από τους πολίτες για ανύπαρκτους δρόμους. 

Δεύτερον, οι τράπεζες, ελληνικές και ξένες, οι οποίες είχαν σπεύσει πριν την κρίση να κερδοσκοπήσουν εις βάρος των υπερτιμημένων παχυλών προϋπολογισμών των έργων, μετά το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα υπαναχώρησαν, αθετώντας τις υπογραφές τους, χωρίς καμία νομική συνέπεια, έχοντας την κάλυψη χωρών-μελών αλλά και της ίδιας της ΕΕ, δημιουργώντας έτσι ένα τεράστιο χρηματοδοτικό κενό.

Τρίτον, την πλήρωση του χρηματοδοτικού αυτού κενού, οι χθεσινές υπογραφές τη μεταθέτουν στο ελληνικό δημόσιο, το οποίο φορτώνεται με νέα δάνεια και νέες υποχρεώσεις. Σαν ενέχυρο μάλιστα, μπαίνουν τα χρήματα του ΕΣΠΑ, χρήματα δηλαδή του ελληνικού λαού, που σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, θα μπορούσαν να δοθούν για έργα που θα δημιουργούσαν πραγματικές και μόνιμες θέσεις εργασίας. Την ίδια στιγμή αναθεωρούνται και οι συμβάσεις με τους εργολάβους επί τα χείρω για το ελληνικό Δημόσιο, προσφέροντάς τους, μεταξύ άλλων, επιπλέον εγγύηση, ότι αν τα έσοδα είναι μειωμένα, το ελληνικό Δημόσιο θα κληθεί να καλύψει τις διαφορές, αποζημιώνοντάς τους.

Είναι σαφές ότι, μετά από αυτές τις εξελίξεις, τα έργα τα οποία προγραμματίστηκαν ως «ιδιωτικά», είναι απολύτως δημόσια, αφού πλέον το κόστος, τη χρηματοδότηση αλλά και τον «επιχειρηματικό κίνδυνο», τα αναλαμβάνει εξ’ ολοκλήρου, το ελληνικό Δημόσιο, ο έλληνας φορολογούμενος και οι χρήστες των αυτοκινητοδρόμων. Γιατί λοιπόν, αφού η επένδυση είναι δημόσια, τα κέρδη θα πρέπει να είναι ιδιωτικά; Γιατί οι «αρμόδιοι» προτίμησαν να υπογράψουν την αναθεώρηση των συμβάσεων ΣΔΙΤ, αντί να προχωρήσουν στην επαναπροκήρυξη των έργων ως Δημόσιων Έργων, αν υποθέσουμε ότι αυτά είναι έργα τα οποία πραγματικά χρειάζεται σήμερα η Ελλάδα; Η γνώμη μου είναι ότι ο τρόπος που επιλέχθηκε παραβιάζει ακόμη και την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Το λόγο έχουν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά κυρίως η ελληνική Δικαιοσύνη».



12/11/2013 Το Γραφείο Τύπου