Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

Τα στερεότυπα

Ενδεχομένως, με κάποιες λίγες εξαιρέσεις, κανένας δεν ενθουσιάζεται με την ιδέα να εργάζεται περισσότερα χρόνια και ίσως να παίρνει μικρότερη σύνταξη. Το ερώτημα είναι ποιος έχει να προτείνει κάτι συγκεκριμένο τώρα που το ασφαλιστικό σύστημα καταρρέει. Συγκεκριμένο, όχι «αγωνιζόμαστε», «καταγγέλλουμε», «απορρίπτουμε», «αντιστεκόμαστε» και άλλα γενικόλογα ρήματα, που λέγονται για να λέγονται αλλά ποτέ δεν αποκτούν περιεχόμενο. Εάν κάποιος έχει ιδέα πώς ο ΟΑΕΕ θα βρει χρήματα για να πληρώσει συντάξεις τον επόμενο μήνα, και πώς το ΙΚΑ δε θα σηκώσει τα χέρια ψηλά μόλις έρθει η ώρα για το δώρο του Πάσχα, έχει καλώς. Αλλά ανάμεσα στους ποταμούς λέξεων που έχουν ριχτεί ώς τώρα στο δημόσιο διάλογο, μέχρι στιγμής καμία δεν περιέγραψε μιαν αληθινή διέξοδο από την κρίση. Που, μας αρέσει, δε μας αρέσει, δεν είναι η κρίση «τους» αλλά η κρίση «μας». Γιατί αν αύριο το ΙΚΑ ή ο ΟΑΕΕ καταρρεύσουν, δε θα χύσει μαύρο δάκρυ το «μεγάλο κεφάλαιο» -που, άλλωστε, δεν περιμένει την σύνταξη για να αγοράσει το ψωμί ή το παντεσπάνι του. Οι μικροσυνταξιούχοι θα πληρώσουν τη νύφη. Το ασφαλιστικό πρόβλημα είναι μία από τις μεγάλες υποκρισίες στις οποίες επιδόθηκαν κοινωνία και πολιτικό σύστημα. Και οι δύο διακατέχονταν από την ακλόνητη βεβαιότητα ότι στο τέλος, με κάποιο τρόπο, χρήματα βρίσκονται. Άρα, όποια επαγγελματική ομάδα μπορούσε να πιέζει, και όποια έβρισκε τον υπουργό μπόσικο, κατάφερνε να εξασφαλίζει προνόμια έναντι των κοινών θνητών του συστήματος. Ποτέ κανένα κόμμα, της μείζονος ή ελάσσονος αντιπολίτευσης, δεν είπε «όχι» σε κάποια διεκδίκηση, ακόμη και στις προφανώς παράλογες, όπως εκείνη που δημιούργησε συνταξιούχους τριάντα τριών χρόνων. Και αν υπήρχαν κάποιες λίγες επιφυλάξεις, κάμπτονταν με το φάρμακο της «κοινωνικής ευαισθησίας». Εκείνο που όλοι βολεύονταν να αγνοούν ήταν ότι το ασφαλιστικό σύστημα δεν έχει κρυφούς πόρους. Χρηματοδοτείται από τις εισφορές των ασφαλισμένων και από το δημόσιο προϋπολογισμό, δηλαδή από τους φορολογούμενους. Άρα, για τη μητέρα που βγήκε στη σύνταξη με δεκαπέντε χρόνια δουλειάς και εισφορές - «ψίχουλα», πληρώνουν εκείνοι που εργάζονται μέχρι τα εξήντα πέντε και που δεν έτυχε να τρυπώσουν σε κάποια από τις εκατοντάδες προνομιακές ρυθμίσεις που πέρασαν νύχτα ή μέρα από το Κοινοβούλιο. Και αυτό σίγουρα δεν είναι ούτε ιδιαιτέρως «προοδευτικό» ούτε ιδιαιτέρως «δίκαιο». Απλώς, έτσι βολεύουν τα στερεότυπα.
Του Μάκη Βοϊτσίδη στο «Αγγελιοφόρο»