Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Αφαίμαξη 500.000.000 ευρώ από τις τσέπες των ελλήνων ασθενών



Πεντακόσια εκατομμύρια ευρώ ετησίως πρόκειται να εξοικονομήσει το υπουργείο Υγείας, αφαιρώντας όμως τα χρήματα αυτά από τις τσέπες των ελλήνων ασθενών. Αιτία είναι η απόφαση του υπουργείου να σταματήσει η κάλυψη του κόστους 1.150 φαρμάκων ευρείας χρήσης και κατανάλωσης από τα ασφαλιστικά ταμεία για λόγους… οικονομίας...

Της Νικολέττας Μπούκα
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των αρμοδίων, το “κόψιμο” αυτό αναμένεται να αποφέρει στα ταμεία το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 500 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως, το οποίο, όμως, θα… χρεωθεί στους ασθενείς, που θα κληθούν να το πληρώσουν από την τσέπη τους, χωρίς καν να ερωτηθούν εάν έχουν τη δυνατότητα να θυσιάσουν το έτσι κι αλλιώς πενιχρό εισόδημά τους.

Μάλιστα, δεν είναι λίγοι οι ασφαλισμένοι που έρχονται σε απόγνωση, όταν, πηγαίνοντας στο φαρμακείο της γειτονιάς τους για να προμηθευτούν τα φάρμακα που χρειάζονται, διαπιστώνουν ότι το ασφαλιστικό τους ταμείο δεν τα καλύπτει.

Τα φάρμακα που πλέον καλούνται να πληρώσουν οι ασθενείς από την τσέπη τους είναι ευρείας χρήσης και κατανάλωσης και καλύπτουν μεγάλο φάσμα παθήσεων. Αφορούν κυρίως παυσίπονα, αντιπυρετικά, αντιβηχικά σιρόπια, αλοιφές, αλλά και φάρμακα για το κυκλοφορικό, την παχυσαρκία, την άνοια και ψυχοφάρμακα.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις λίστες που εγκρίθηκαν και ανακοινώθηκαν από το υπουργείο Υγείας και οι οποίες ισχύουν εδώ και περίπου ένα μήνα, τα φάρμακα που θα πληρώνουν από την τσέπη τους οι ασφαλισμένοι όλων των ταμείων αφορούν το 1/6 των φαρμάκων που κυκλοφορούν στη χώρα μας και τα οποία υπολογίζονται συνολικά σε 6.500. Συγκεκριμένα, απ’ αυτά τα 1.150, τα 734 είναι μη συνταγογραφούμενα φάρμακα, οι τιμές των οποίων δεν είναι υψηλές, καθώς κυμαίνονται από 0,50 ευρώ έως και τρία ευρώ και δεν απαιτούν συνταγή γιατρού και τα 415 είναι φάρμακα που εντάσσονται στην αρνητική λίστα. Όπως εξηγούν οι ειδικοί, αυτά είναι πιο ακριβά, όπως για παράδειγμα τα φάρμακα για το αδυνάτισμα, που κοστίζουν 80 ευρώ, κι αυτά για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας, που κοστίζουν 50 ευρώ και φυσικά απαιτούν ιατρική συνταγή.

Επιπλέον, πληθαίνουν οι φωνές των ανθρώπων από το χώρο της Υγείας που φοβούνται ότι η λίστα με τα φάρμακα που πλέον δεν θα καλύπτονται από τα ασφαλιστικά ταμεία θα συνεχίσει να μεγαλώνει, αφού ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει το “πράσινο φως” στον υπουργό Υγείας, μέσω σχετικής εξουσιοδότησης, να προσθέτει σε αυτήν κατά περίπτωση κι άλλα φάρμακα.



Παραμένουν οι ελλείψεις

Στο μεταξύ, μόνιμο φαινόμενο τείνουν να γίνουν οι ελλείψεις φαρμάκων από τα ράφια των φαρμακείων. Όπως δηλώνουν στη “ΜτΚ” φαρμακοποιοί της Θεσσαλονίκης, την πρωτιά κατέχουν οι ασπιρίνες, οι οποίες παραμένουν… άφαντες κι ακολουθούν διάφορα άλλα είδη φαρμάκων, όπως σταγόνες για το αυτί και το μάτι που περιέχουν κορτιζόνη και αντιβιοτικό και ενδείκνυνται για παιδιά, βιταμίνες για ορθοπεδικά και διαβητικά περιστατικά, χάπια για τον ίλιγγο και τις αναγούλες, αλλά και φάρμακα διουρητικά, για τον διαβήτη και την υπέρταση.

Αποτέλεσμα είναι οι ασθενείς να τρέχουν από φαρμακείο σε φαρμακείο, προκειμένου να βρουν το φάρμακο που χρειάζονται ή να αναγκάζονται να περιμένουν δύο έως και τέσσερις ημέρες μέχρι τελικά να βρεθεί. Βέβαια, για κάποια από τα παραπάνω φάρμακα υπάρχουν άλλα που τα αντικαθιστούν, ωστόσο οκτώ στους δέκα πολίτες εμφανίζονται δύσπιστοι στο να τα προτιμήσουν, φοβούμενοι ότι δεν είναι το ίδιο αποτελεσματικά. Φυσικά, σε άλλες περιπτώσεις, όπως στις σταγόνες και τα χάπια για τον ίλιγγο και τις αναγούλες, δεν υπάρχουν φάρμακα-αντικαταστάτες, οπότε η μόνη λύση είναι να γίνει εισαγωγή τους έως και τρεις φορές ακριβότερα σε σύγκριση με τον αν συνεχιζόταν η παραγωγή τους στην Ελλάδα.

“Οι ελλείψεις φαρμάκων, είτε πρόκειται για ασπιρίνες, είτε για αντικαρκινικά φάρμακα, είναι ένα μόνιμο φαινόμενο, το οποίο, κατά περιόδους, παρουσιάζει εξάρσεις και υφέσεις, με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία των ασθενών. Υπάρχουν περίοδοι που κάποια φάρμακα εμφανίζονται και μετά από ένα μήνα εξαφανίζονται πάλι. Για τις ελλείψεις αυτές σπάνια ευθύνονται τεχνικά προβλήματα στις εταιρείες παραγωγής τους, αλλά η ευθύνη αποδίδεται στη μειωμένη τροφοδοσία της ελληνικής αγοράς από τις φαρμακοβιομηχανίες”, εξηγεί στη “ΜτΚ” ο πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης Κυριάκος Θεοδοσιάδης.

Παράλληλα, αναφέρει ότι το ποσοστό των παραγόμενων φαρμάκων στην Ελλάδα έχει μειωθεί, ενώ καταγράφεται αύξηση της εξάρτησης της εγχώριας αγοράς από εισαγωγές φαρμάκων.

Σύμφωνα με τον κ. Θεοδοσιάδη, μία από τις κύριες αιτίες του προβλήματος είναι η διαρκής μείωση των τιμών των φαρμάκων, γεγονός που τα καθιστά ασύμφορα για τις εταιρείες, οι οποίες είτε σταματούν να τα παράγουν είτε σταματούν να τα εισάγουν. Μάλιστα, η μείωση αυτή είναι ζημιογόνα για τις εταιρείες, αφού η χαμηλή τιμή διάθεσης των φαρμάκων τους στην ελληνική αγορά, επιβάλλει την ισχύ της ίδιας τιμής και σε άλλες χώρες.

Η δεύτερη αιτία είναι ότι οι περισσότερες πολυεθνικές εταιρείες θέλουν να μειώσουν την παρουσία τους στην ελληνική αγορά εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της επισφάλειας που υπάρχει κι άρα περιορίζουν τη διακίνηση των φαρμάκων τους.



Πληρώνουμε ακριβότερα τα φάρμακα-αντικαταστάτες

Όπως επισημαίνει ο κ. Θεοδοσιάδης, η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί οδηγεί σε απόσυρση φαρμάκων ή κυκλοφορία υποκατάστατών τους από άλλα με παρόμοια σύνθεση, αλλά με πολλαπλάσια τιμή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των ασφαλιστικών ταμείων, αφού πλέον πληρώνουν από 50 έως 150 ευρώ για φάρμακα για υπέρταση και διαβήτη, τη στιγμή που παλαιότερα πλήρωναν το 1/10 της τιμής αυτής.

“Υπάρχει ένα ‘κρυφτούλι’ μεταξύ φαρμακευτικών εταιρειών, κυβέρνησης κι ασφαλιστικών ταμείων με στόχο το κέρδος των βιομηχανιών, το οποίο δεν αντιμετωπίζεται με έξυπνους τρόπους, αλλά με οριζόντια μείωση των τιμών των φαρμάκων. Θεωρώ ότι δεν θα υπήρχε έλλειψη φαρμάκων, εάν γινόταν μία αύξηση τιμής από 5%-10%”, επισημαίνει ο κ. Θεοδοσιάδης.

Παράλληλα, αναφέρει ότι οι φαρμακοποιοί είχαν ζητήσει οι γιατροί να γράφουν στη συνταγή ενός φαρμάκου τη δραστική του ουσία κι όχι την εμπορική του ονομασία, ώστε, σε περίπτωση έλλειψης του πρωτότυπου, να χορηγούν άλλο όμοιο, με την ίδια δραστική ουσία αλλά διαφορετικό εμπορικό όνομα. Αυτό, όμως, δεν ίσχυσε ποτέ.

“Διαπιστώνουμε μία ανεπάρκεια του ΕΟΦ, ο οποίος αδυνατεί να παρακολουθήσει και να ελέγξει την αγορά. Δρα κυρίως ‘πυροσβεστικά’, όταν το πρόβλημα έχει φτάσει στο… αμήν, δίνοντας προσωρινή κι όχι οριστική λύση”, δηλώνει ο κ. Θεοδοσιάδης.

.