Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Η Ευρωζώνη και η ενίσχυση των μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων

Όσο η ευρωζώνη –και, κατ’ επέκτασιν, η Ευρωπαϊκή Ένωση– βρίσκονται σε φάση χρηματοοικονομικής αστάθειας, τόσο δυσκολότερη θα γίνεται η επιθυμητή οικονομική ένωση της Ευρώπης.


του Γιώργου Ζαββού*
H συνεχιζόμενη κρίση της ευρωζώνης και οι σημαντικοί κίνδυνοι που αυτή εγκυμονεί υποχρεώνουν την ΕΕ να προβεί μέσα στους επόμενους μήνες στην ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης, καθώς και στην ενίσχυση της Δημοσιονομικής Ένωσης.

Πιεσμένη από την κρίση της ευρωζώνης, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) θέσπισε τα δύο τελευταία χρόνια δύο από τους τρεις πυλώνες της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης – δηλαδή, τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (με την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας/ ΕΚΤ για την εποπτεία των τραπεζών) και τον Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης και Εκκαθάρισης των Τραπεζών. 

Παρά τα θετικά αυτά βήματα, η συνεχιζόμενη κρίση της ευρωζώνης και οι σημαντικοί κίνδυνοι που αυτή εγκυμονεί υποχρεώνουν την ΕΕ να προβεί μέσα στους επόμενους μήνες στην ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης, καθώς και στην ενίσχυση της Δημοσιονομικής Ένωσης, μέσω: 
1) Της εγκαθίδρυσης ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος Εγγύησης Καταθέσεων, τα οποίο θα μπορούσε να αποτελεί έναν μηχανισμό συμπληρωματικής κάλυψης καταθέσεων, πέραν αυτής την οποία περιέχουν τα εθνικά συστήματα. Με άλλα λόγια, την θέσπιση ενός μηχανισμού οιωνεί ασφάλισης ως προς τα εθνικά συστήματα εγγύησης καταθέσεων οσάκις αυτά τεθούν υπό της πίεση της μαζικής απόσυρσης καταθέσεων. 

2) Της αναθεώρησης του πλαισίου για τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ), ο οποίος, από διακυβερνητικός μηχανισμός, υποκείμενος στην ομοφωνία των συμβαλλομένων μερών και στην έγκριση των αποφάσεών του για παροχή χρηματοδότησης από τα εθνικά κοινοβούλια, θα πρέπει να καταστεί όργανο της ΕΕ για να λαμβάνει αποφάσεις σε ευρωπαϊκό (υπερεθνικό) επίπεδο, βάσει της αρχής της πλειοψηφίας, ώστε να μπορεί να επεμβαίνει άμεσα στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. 

Σε κάθε περίπτωση, ο ΕΜΣ –με τα 60 δισεκατ. ευρώ που διαθέτει– θα πρέπει να αποτελεί βαθμίδα οικονομικής ασφάλισης (backstop) του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης των Τραπεζών, το οποίο ως το 2018 θα έχει προικοδοτηθεί με 55 δισεκατ. ευρώ. 

3) Της δημιουργίας μιας μορφής ευρωομολόγου (π.χ. redemptionbonds), η οποία κατά την γνώμη μου θα ήταν δυνατή εντός του υπάρχοντος ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, ώστε να καθίσταται δυνατή η χρηματοδότηση των κρατών της ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα, όταν σε περίπτωση δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας δεν έχουν πρόσβαση για άντληση χρηματοδότησης από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. 

Παράλληλα, η οποιαδήποτε μορφή Ευρωπαϊκής Ένωσης Κεφαλαιαγοράς (EuropeanCapitalUnion) προϋποθέτει ως αναγκαίο όργανο άντλησης κεφαλαίων την ύπαρξη ευρωπαϊκού ομολόγου. 


Η ανακοινωθείσα πρόθεση της ΕΚΤ για την μαζική αγορά ομολόγων θα διευκολυνόταν σημαντικά με την ύπαρξη ευρωπαϊκού ομολόγου, αντί των τωρινών κατακερματισμένων εθνικών ομολόγων. 

Η ΕΕ, στην σημερινή θεσμική μορφή της, συνιστά μια Νομισματική Ομοσπονδία και μία εξαιρετικά περιορισμένη Δημοσιονομική Συνομοσπονδία (λόγω της ανυπαρξίας ευρωπαϊκού υπουργείου Οικονομικών και μιας Αρχής Έκδοσης Ευρωομολόγων). 

Παράλληλα, ο προϋπολογισμός της ΕΕ αντιστοιχεί στο 1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και επομένως είναι αδύνατον να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός παράγοντας της ευρωπαϊκής οικονομίας –ιδιαίτερα όταν η οικονομία κάποιων κρατών μελών υφίσταται ασύμμετρα πλήγματα–, αλλά και να αποτελέσει προωθητικό μηχανισμό ενίσχυσης της ανάπτυξης για την έξοδο από την κρίση. 

Συμπερασματικά, είναι επείγον μέσα στους επόμενους μήνες η ΕΕ να προβεί στην ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης και στην ενίσχυση της Δημοσιονομικής Ένωσης. 

Η θέση σε λειτουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Εξυγίανσης και Εκκαθάρισης των Τραπεζών και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας σηματοδοτεί μία αυξημένη αμοιβαία οικονομική συνδρομή, καθώς και ενισχυμένο καταμερισμό των κινδύνων και των χρεών μεταξύ των κρατών μελών –αλλά και των αποφάσεων για την αναδιανομή σημαντικών πόρων για την αντιμετώπιση των κρίσεων. 

Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να λαμβάνονται εσαεί από εμπειρογνώμονες και σε διακρατικό επίπεδο. Απαιτούν μία αναπτυγμένη βαθμίδα πολιτικών αποφάσεων και λογοδοσίας, τις οποίες μόνον μία Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία εξοπλισμένη με πολιτικά όργανα μπορεί να διασφαλίσει. 

Γιατί είναι πολιτικά αδιανόητο και οικονομικά αυτοχειριαστικό, έξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, τόσον η χρεοκοπία μιας μικρής αφερέγγυας τράπεζας όσο και η πολιτική αστάθεια ενός μικρού κράτους μέλους να μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ύπαρξη της ευρωζώνης, αλλά και αυτή την ίδια την συνοχή και επιβίωση της ΕΕ.

* Τέως ευρωβουλευτής και πρεσβευτής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Σλοβακία

EBR