Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Καταδίκη υπαλλήλου εισπρακτικής εταιρείας

Υπάλληλος εισπρακτικής εταιρείας τράπεζας καταδικάστηκε σε φυλάκιση 7 μηνών με τριετή αναστολή και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ, επειδή δημοσιοποίησε το χρέος μιας οφειλέτου σε... συναδέλφους της τελευταίας.

Του Κώστα Καντούρη
kantouris@hotmail.com
Η οφειλέτης προσέφυγε στα δικαστήρια και η υπάλληλος της εισπρακτικής τιμωρήθηκε για παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων αλλά και δυσφήμιση. Το δικαστήριο απάλλαξε την προϊσταμένη της και τον ιδιοκτήτη της εισπρακτικής εταιρείας με το σκεπτικό ότι δεν γνώριζαν τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε η υπάλληλος.
Η υπόθεση, που δίκασε το Γ’ μονομελές πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, είναι από τις λίγες που έχουν φτάσει στα ποινικά δικαστήρια, παρότι οι εισπρακτικές εταιρείες έχουν τιμωρηθεί με παχυλά διοικητικά πρόστιμα για συμπεριφορές των υπαλλήλων τους σε βάρος οφειλετών. Τα τελευταία που έχουν επιβληθεί ήταν στο τέλος του 2012 ύψους 390.000 ευρώ και αφορούσαν έξι εισπρακτικές εταιρείες.
Η γυναίκα που έπεσε θύμα συγκεκριμένης εισπρακτικής εταιρείας, αμέσως μετά την εφαρμογή του νόμου που επέτρεπε τη λειτουργία τους, στο τέλος του 2009, ήταν υπάλληλος Κέντρου Εξυπηρέτησης Πολιτών στη Θεσσαλονίκη και είχε μια μικρή οφειλή από πιστωτική κάρτα. Όπως κατέθεσε η οφειλέτης στο δικαστήριο, οι εκπρόσωποι των εισπρακτικών ήταν φορτικοί και της τηλεφωνούσαν συνεχώς. «Την ίδια μέρα έφτασε να μου τηλεφωνήσει έξι φορές στη δουλειά μου, τους έλεγα ότι ήταν χώρος εργασίας και δεν μπορούσα να μιλήσω», κατέθεσε στο δικαστήριο. «Μου έλεγε στο τηλέφωνο ότι είμαι αφερέγγυα και ότι κάνω παιδιαρίσματα, ενώ με απειλούσε ότι θα με κάνει ρεζίλι στους συναδέλφους μου», συμπλήρωσε.
Η υπάλληλος της εισπρακτικής, όπως αποδείχτηκε στο ακροατήριο, υλοποίησε την απειλή της και δεν περιορίστηκε στα τηλεφωνήματα. Έφτασε σε σημείο να μιλήσει με συνάδελφο της οφειλέτου στον ίδιο υπηρεσιακό χώρο, τον οποίο ενημέρωσε με το νι και με το σίγμα για τις συναλλαγές της γυναίκας με την τράπεζα. «Πες την να μου τηλεφωνήσει μέχρι τις 9 το βράδυ, αλλιώς θα την κάνω ρεζίλι», υποστήριξε ο μάρτυρας πως του είπε, επιβεβαιώνοντας τη μηνύτρια.

«ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ»
Από την πλευρά της πάντως η κατηγορούμενη υπάλληλος της εισπρακτικής εταιρείας στις ερωτήσεις του δικαστηρίου ανέφερε πως δεν θυμόταν τα συγκεκριμένα τηλεφωνήματα, αφού έκανε δεκάδες κλήσεις την ημέρα. Ισχυρίστηκε ότι η ίδια τήρησε τα στάνταρ επικοινωνίας που είχε υποχρέωση και προβλέπονται από τον νόμο. «Εγώ είμαι μια απλή εργαζόμενη», ανέφερε. Στο ίδιο μήκος κινήθηκε και η απολογία της συγκατηγορούμενής της, προϊσταμένης της εισπρακτικής όπου εργαζόταν τον Νοέμβριο του 2009. Όπως είπε, δεν υπέπεσε οτιδήποτε στην αντίληψή της για το συγκεκριμένο περιστατικό και πως στις εισπρακτικές υπάρχουν στάνταρ σενάρια επικοινωνίας με τους οφειλέτες. Ο ιδιοκτήτης της εισπρακτικής δεν ήταν παρών και δικάστηκε διά πληρεξουσίου.
Το συγκεκριμένο περιστατικό συνέβη την εποχή που δεν υπήρχε συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για τις επικοινωνίες των εισπρακτικών και ασκούνταν πολύπλευρη πίεση στους οφειλέτες σε κάθε τηλεφωνική επικοινωνία. Εντύπωση πάντως προκάλεσε ότι ύστερα από αίτημα της πολιτικής αγωγής κατατέθηκε η σύμβαση της εισπρακτικής εταιρείας με την τράπεζα, στην οποία όμως δεν περιλαμβάνονται οι οικονομικοί όροι της μεταξύ τους συμφωνίας.
«Την περίοδο εκείνη ήταν πάγια τακτική των εισπρακτικών εταιρειών να ενοχλούν οικείους και συναδέλφους των οφειλετών. Με τον τρόπο αυτό καθιστούν πολύ δύσκολη την καθημερινότητα των οφειλετών, προκειμένου να καταβληθούν χρήματα», υπογράμμισε μιλώντας στη «Μ» ο συνήγορος πολιτικής αγωγής της οφειλέτου, Χρήστος Λαμπάκης. «Είναι βέβαιο όμως ότι οι υπάλληλοι των εισπρακτικών δεν λειτουργούν αυτοβούλως, αλλά σε γνώση των προϊσταμένων τους. Επίσης είναι απορίας άξιον, ακόμη και σήμερα, με ποιους οικονομικούς όρους συνδέονται τράπεζες και εισπρακτικές», κατέληξε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι εισπρακτικές πληρώνονται με βάση τα ποσά που διασφαλίζονται από τους οφειλέτες.


Παρά το νομικό πλαίσιο οι παραβιάσεις συνεχίζονται

Παρά την αυστηροποίηση του νομικού καθεστώτος και τα πρόστιμα που έχουν επιβληθεί σε εισπρακτικές εταιρείες που συνεργάζονται με τράπεζες, οι όροι εξακολουθούν να παραβιάζονται σε βάρος των οφειλετών, όπως καταγγέλλεται συνεχώς σε καταναλωτικές οργανώσεις. Αναφορές μάλιστα κάνουν λόγο μέχρι και για τήρηση ηλεκτρονικών αρχείων «συμπεριφοράς οφειλετών» σε κάθε τέτοια εταιρεία και «φακέλους» για τους οποίους ενημερώνονται υπάλληλοι των τραπεζών.
Οι διατάξεις για τη λειτουργία των εταιρειών ενημέρωσης οφειλετών θεσπίζουν συγκεκριμένους περιορισμούς και καθιερώνουν μηχανισμούς ελέγχου, που ενισχύουν την προστασία της ιδιωτικής σφαίρας και τον σεβασμό της προσωπικότητας των πολιτών από πρακτικές παρενόχλησης. Οι σημαντικότεροι είναι:
Οι εταιρείες μπορούν να αρχίσουν τις τηλεφωνικές επικοινωνίες για την ενημέρωση του οφειλέτη για ληξιπρόθεσμη απαίτηση μετά την πάροδο δέκα ημερών από την ημέρα που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη.
> Προσδιορίζεται ένα συγκεκριμένο ωράριο για την επικοινωνία με τον οφειλέτη (9.00 έως 20.00), που περιορίζεται μόνο στις εργάσιμες ημέρες.
Η επικοινωνία καταγράφεται και τηρείται για ένα έτος προκειμένου να ελέγχεται η παραβίαση του νόμου σε περίπτωση καταγγελίας. Το περιεχόμενο της καταγραφής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε βάρος του οφειλέτη. Ο οφειλέτης ενημερώνεται για την καταγραφή και τον σκοπό της.
Οι εταιρείες ενημέρωσης είναι υποχρεωμένες να τηρούν ηλεκτρονικό αρχείο τηλεφωνικών επικοινωνιών ενημέρωσης στις οποίες προβαίνουν προς τον οφειλέτη και να χορηγούν τα στοιχεία αυτά στον οφειλέτη ή στη γενική γραμματεία Καταναλωτή, όταν τους ζητηθεί.
Οι διατάξεις για την προστασία των οφειλετών εφαρμόζονται όχι μόνο στις εταιρείες ενημέρωσης, αλλά και στους ίδιους τους δανειστές (π.χ. τράπεζες) όταν προβαίνουν σε επαναλαμβανόμενη ενημέρωση.
Πέραν της εταιρείας ενημέρωσης που έχει εγγραφεί στο σχετικό μητρώο της γενικής γραμματείας Καταναλωτή, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο να προβαίνει σε ενημέρωση οφειλετών.