Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Ισόβια για παράνομη επιστροφή ΦΠΑ

Ισόβια κάθειρξη για υπόθεση παράνομης επιστροφής ΦΠΑ επέβαλε δικαστήριο της Θεσσαλονίκης σε ιδιοκτήτη εταιρείας που έλαβε 500 εκατομμύρια δραχμές δηλώνοντας εξαγωγές-μαϊμού.

 Του Κώστα Καντούρη
kantouris@hotmail.com

Είναι η πρώτη φορά που αποφασίστηκε τέτοια αυστηρή ποινή σε δίκη που σχετίζεται με το μεγάλο σκάνδαλο των παράνομων επιστροφών, το οποίο αποκαλύφθηκε το 1999, με τη ζημία του δημοσίου να υπολογίζεται σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.
Ο 72χρονος ιδιοκτήτης της εταιρείας Παναγιώτης Ταγταλίδης, ο οποίος ήδη ήταν φυλακισμένος για παρόμοιες υποθέσεις επιστροφών ΦΠΑ, κάθισε στο εδώλιο για απάτη σε βάρος του δημοσίου, με τις επιβαρυντικές διατάξεις του νόμου 1608 περί καταχραστών. Στην απολογία του κατακεραύνωσε τους εφοριακούς και τον ρόλο που διαδραμάτισαν στο σκάνδαλο, καθώς υποστήριξε ότι «έπαιρναν μερίδιο 30% επί του συνολικού ποσού». Οι συγκεκριμένες εισπράξεις επιστροφών με εξαγωγές-μαϊμού ήταν αυτές που άνοιξαν τον ασκό του Αιόλου για την αποκάλυψη του μεγάλου οικονομικού σκανδάλου. Επιχειρηματίες εισέπρατταν τεράστια ποσά από επιστροφές φόρου για εξαγωγές προϊόντων, χωρίς να υποβάλλονται σε κανέναν έλεγχο από τους αρμόδιους υπαλλήλους των εφοριών, οι οποίοι επέτρεπαν να δηλώνονται εξαγωγές χωρίς να γίνονται ποτέ.
Ο έλεγχος από μέλη του ΣΔΟΕ στην επιχείρηση του 72χρονου το 1999 στα Νέα Μουδανιά Χαλκιδικής, ύστερα από σχετική καταγγελία, αποκάλυψε το κόλπο που στήθηκε στις πλάτες των ελλήνων φορολογουμένων με πρωτοφανή κατάχρηση τεράστιων χρηματικών ποσών. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η συγκεκριμένη εταιρεία το 1998 είχε εισπράξει επιστροφές φόρου ύψους 500 εκατομμυρίων δραχμών, χωρίς να γίνουν ποτέ εξαγωγές, οι οποίες δηλώθηκαν με πλαστά παραστατικά.
Στην απολογία του χθες στο τριμελές εφετείο κακουργημάτων ο κατηγορούμενος επιχειρηματίας αποδέχτηκε ότι έλαβε παράνομα χρήματα από εικονικές επιστροφές, όμως ισχυρίστηκε ότι στην κομπίνα συμμετείχε μαζί με τους υπαλλήλους της εφορίας που είχαν υποχρέωση να ελέγξουν το αληθές των εξαγωγών. Όπως και άλλοι ιδιοκτήτες παρόμοιων επιχειρήσεων, υποστήριξε ότι οι εφοριακοί έπαιρναν μίζες για να εγκρίνουν χωρίς δικαιολογητικά τις συγκεκριμένες επιστροφές. Πάντως ο επιχειρηματίας συμπλήρωσε ότι η δική του εταιρεία δεν ήταν «φάντασμα», όπως πολλές άλλες στο σκάνδαλο των επιστροφών, αλλά λειτουργούσε κανονικά.
Μαζί με τον 72χρονο καταδικάστηκε η σύζυγός του σε κάθειρξη 18 χρόνων και με την ίδια ποινή μία ακόμη υπάλληλος, που ήταν διαχειρίστρια. Και οι δύο παρέμειναν στις φυλακές, αφού είχαν κριθεί προσωρινά κρατούμενες από τις ανακριτικές αρχές, καθώς η δικογραφία για τη συγκεκριμένη παράνομη επιστροφή φόρου άνοιξε από τη δικαιοσύνη 14 χρόνια μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης.
Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι μάρτυρες κατηγορίας στη συγκεκριμένη υπόθεση ήταν εφοριακοί, ορισμένοι εκ των οποίων είναι κατηγορούμενοι σε άλλη δίκη για απιστία σε βάρος του δημοσίου, επειδή ενέκριναν τις επιστροφές χωρίς να κάνουν ελέγχους.
Κατά την ακροαματική διαδικασία που κατέληξε στην ισόβια κάθειρξη του 72χρονου, οι συνήγοροι υπεράσπισης υποστήριξαν πως η πλειοψηφία των υποθέσεων τέτοιου είδους εισάγονται με την κατηγορία της φοροδιαφυγής και της ηθικής αυτουργίας σε απιστία των υπαλλήλων και όχι της απάτης σε βάρος του δημοσίου.

Δεκάδες υποθέσεις και φυλακισμένοι
Στο κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης έχουν δικαστεί δεκάδες υποθέσεις που αφορούν «κομμάτια» του οικονομικού σκανδάλου με κατηγορούμενους είτε ιδιοκτήτες εταιριών είτε υποκρυπτόμενους ιδιοκτήτες είτε όμως και εφοριακούς. Βασικός κατηγορούμενος για το σκάνδαλο των επιστροφών είναι ο χαρακτηριζόμενος ως «λογιστής του ΦΠΑ» Νίκος Κασσιμάτης, ο οποίος έχει καταδικαστεί σε πολυετή κάθειρξη.
Στις φυλακές όμως για παράνομες επιστροφές βρίσκονται και εφοριακοί, οι οποίοι έχουν καταδικαστεί. Τελευταία περίπτωση ήταν η καταδίκη της πρώην προϊσταμένης του τμήματος ΦΠΑ στην εφορία ανωνύμων εταιρειών Θεσσαλονίκης, στην οποία επιβλήθηκε κάθειρξη 11 ετών, χωρίς η έφεσή της να έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Η ίδια επέστρεψε στις φυλακές, καθώς είχε αποφυλακιστεί με όρους για άλλη υπόθεση επιστροφών.
Η εφοριακός κατηγορήθηκε ότι ενέκρινε για εταιρεία επιστροφές φόρου ύψους 170 εκατομμυρίων δραχμών, την περίοδο 1998-2000, για εξαγωγές-μαϊμού. Σε φυλάκιση 5 χρόνων, με αναστολή, καταδικάστηκαν ακόμη τρεις εφοριακοί, ενώ σε ποινή 5 και 3 χρόνων φυλάκισης αντίστοιχα καταδικάστηκαν δύο ιδιώτες που ενεπλάκησαν στην είσπραξη των χρημάτων.

Το σκάνδαλο των σκανδάλων αποκαλύφθηκε το 1999
Το οικονομικό σκάνδαλο των παράνομων επιστροφών είχε αποκαλυφθεί το 1999 και είχε προκαλέσει αίσθηση, αφού από τους συνεχείς ελέγχους του ΣΔΟΕ προέκυπτε εμπλοκή δεκάδων εταιρειών στη Θεσσαλονίκη που εισέπρατταν τεράστια ποσά, χωρίς να αναπτύσσουν καμία δραστηριότητα.
Οι περισσότερες εταιρείες στήθηκαν με σχεδιασμό για την είσπραξη τέτοιων ποσών. Στα πορίσματα των διωκτικών αρχών αναφέρεται πως έφτανε να ενοικιαστεί ένα γραφείο, που μπορεί να μην είχε ρεύμα ούτε και τηλέφωνο, και με πλαστά πιστοποιητικά δηλώνονταν εξαγωγές και οι ιδιοκτήτες εισέπρατταν χρήματα. Σε πολλές περιπτώσεις, ιδιώτες που ήταν στα «γρανάζια» του σχεδιασμού άνοιγαν εταιρείες σε ονόματα ηλικιωμένων, ανέργων, μέχρι και τοξικομανών, οι οποίοι εισέπρατταν μια μικρή αμοιβή της τάξης των 1.000 ευρώ, και ως υποκρυπτόμενοι κινούσαν όλο το κόλπο με τις επιστροφές.
Η εμπλοκή των εφοριακών στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν γινόταν κανένας απολύτως έλεγχος στις συγκεκριμένες εξαγωγικές εταιρείες, αφού, όπως επισημαίνεται σε πορίσματα, «ακόμη και ένα τηλεφώνημα στην εταιρεία θα έφτανε για να αποκαλυφθεί ότι εταιρεία δεν υπήρχε», αλλά τέτοια έρευνα δεν έγινε ποτέ, λόγω ανταλλαγμάτων. Οι περισσότεροι ιδιώτες σε δικαστήρια που έγιναν κατονόμασαν εφοριακούς για τα μερίδια που εισέπρατταν, με πρώτο τον λογιστή Ν. Κασσιμάτη, ο οποίος έστειλε και σχετικές επιστολές στις εισαγγελικές αρχές, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «κουβαλούσα στο σπίτι εφοριακού λεφτά με μαύρες σακούλες».