Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Αν ο κ. Τσίπρας είναι τόσο σίγουρος, τι του χρειάζεται η «σκληρή διαπραγμάτευση»;


Γράφει η Σοφία Βούλτεψη
Πάμε πάλι από την αρχή: Ακόμη και αυτή τη στιγμή, μετά από τόσες θυσίες, ταλαιπωρίες, περιπέτειες, ανεργία, περικοπές, βαριές φορολογίες, εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε ως χώρα περισσότερα χρήματα από όσα κερδίζουμε.
Επομένως, ακόμη και για να συνεχίσουμε να ζούμε με τον υποβαθμισμένο τρόπο με τον οποίο επιβιώνουμε, χρειαζόμαστε έξωθεν βοήθεια – είτε πρόκειται για δανεισμό (προς το παρόν δεν μας δανείζει κανείς), είτε για την χρηματοδότηση από τον μηχανισμό.
Μόλις τις προάλλες, ανακοινώθηκαν επίσημα από το υπουργείο Εργασίας τα στοιχεία για τον αριθμό των συνταξιούχων και των συντάξεων:
2.706.924 οι συνταξιούχοι, 4.455.847 οι συντάξεις (κύριες και επικουρικές), 2.3030.432,953,73 ευρώ η συνολική μηνιαία δαπάνη για τον Αύγουστο του 2013.

Πρόκειται για αριθμούς που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.
Επομένως, κάθε μήνα, χρειαζόμαστε (εντελώς ανελαστικά) 2,3 δις ευρώ για συντάξεις.
Άλλα τόσα χρειαζόμαστε για τους μισθούς του δημόσιου τομέα.
Χονδρικά, χρειαζόμαστε πάνω από 50 δις ευρώ για μισθούς και συντάξεις τον χρόνο – δηλαδή το ένα τρίτο του ΑΕΠ περίπου (όπως κατάντησε το ΑΕΠ μας).
Από εκεί και πέρα, χρειαζόμαστε χρήματα για να λειτουργούν οι υπηρεσίες του δημοσίου (υγεία, εκπαίδευση, ασφάλεια, λιμενικό, ΕΚΑΒ, καύσιμα και βέβαια άμυνα).
Αυτό σημαίνει πως αν καταλήγαμε σ’ αυτό που ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας, στη συνέντευξή του στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» (στους Σπ. Κάραλη και Κ. Καλλωνιάτη) δεν θέλει, αλλά και δεν θα διστάσει να πράξει αν, όπως λέει, εξωθηθεί, δηλαδή στην στάση πληρωμών, θα ήταν αδύνατον το κράτος να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις υποχρεώσεις του.
Άλλωστε – τα έχουμε ξαναπεί – η στάση πληρωμών έχει και άλλες συνέπειες, όπως η αδυναμία εισαγωγών φαρμάκων, πρώτων υλών και καυσίμων.
Επομένως, ο κ. Τσίπρας δεν λέει την αλήθεια όταν υποστηρίζει πως θα είναι σε θέση να αυξήσει τους κατώτατους μισθούς και τις κατώτατες συντάξεις.
Διότι, για να μπορέσει να ανταποκριθεί σε όλες τις άλλες υποχρεώσεις, θα πρέπει να πληρώνει μετρητά (από το υπάρχον ΑΕΠ) για να εισάγει φάρμακα, καύσιμα και πρώτες ύλες.
Οπότε, όχι μόνο δεν θα αυξήσει μισθούς και συντάξεις, αλλά και θα τα περικόψει έτι περαιτέρω, έως μηδενισμού τους.
Εκτός και αν σκέπτεται να πληρώνει μόνο μισθούς και συντάξεις και να μην λειτουργεί τίποτε άλλο ή να λειτουργεί όπως στις πλέον τριτοκοσμικές χώρες.
Όπως και νάχει το πράγμα, στη συνέντευξή του στην «Κ.Ε» σε τέτοια ερωτήματα δεν απαντά.
Αντίθετα – αν και του τίθενται κάποιες σχετικές ερωτήσεις – υπεκφεύγει και απαντά με τρόπο που αυτοαναιρείται.
Όπως προκύπτει από τον κεντρικό τίτλο της εφημερίδας, ο κ. Τσίπρας υποστηρίζει πως «έχουμε τη λύση που θα δεχτούν οι δανειστές».
Πρόκειται για εντελώς παραπλανητική δήλωση, που σκοπό έχει ακριβώς να παραπλανήσει τους ψηφοφόρους, πολλοί από τους οποίους, μέσα στη γενική απόγνωση, μπορεί να θεωρήσουν ότι πράγματι έχει τη λύση.
Με μπόλικες περικοκλάδες και χωρίς να απαντά, ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ λέει:
«Η επιλογή μιας βιώσιμης λύσης θα είναι μονόδρομος, από τη στιγμή που μια νέα κυβέρνηση με τη στήριξη του λαού, αρνηθεί να εφαρμόζει το λάθος».
Αλλά για ποιον θα είναι μονόδρομος;
Προφανώς για τους δανειστές που, κατά την άποψή του, θα… φοβηθούν!
Επίσης: «Η δική μας πρόταση κάνει αυτό ακριβώς. Αποτελεί λύση που θα δώσει χρόνο στην ελληνική οικονομία να ανακάμψει και ταυτόχρονα να την καταστήσει ικανή να εξυπηρετήσει στο μέλλον ένα βιώσιμο δημόσιο χρέος».
Ναι, αλλά αποτελεί λύση μόνο για εμάς. Τι θα γίνει αν οι δανειστές δεν δεχθούν αυτή τη λύση;
Εδώ η απάντηση είναι υποθετική – αν και παρουσιάζεται ως βεβαιότητα:
«Αν δεν δεχθούν πάγωμα τόκων, θα είναι σα να θέλουν οι ίδιοι να οδηγήσουν τα πράγματα σε αδιέξοδο, πράγμα που θεωρώ ανορθολογικό. Όχι γιατί θα μας λυπηθούν, αλλά γιατί απλά δεν τους συμφέρει μια τέτοια προοπτική που θα θέσει σε διακινδύνευση την ίδια τη συνοχή της Ευρωζώνης. Αλλά ακόμη κι αν αυτό συμβεί αρχικά, στο πλαίσιο μιας σκληρής διαπραγμάτευσης, τότε κι’ εμείς θα απαντήσουμε με τον δέοντα τρόπο. Οι μονομερείς ενέργειες σε σχέση με την εξυπηρέτηση του χρέους δεν αποτελούν επιθυμία μας, αλλά αν μας εξωθήσουν σε αυτές, δεν θα διστάσουμε προκειμένου να υπερασπιστούμε τη ζωή και την αξιοπρέπεια του λαού μας, την ίδια την κυριαρχία της χώρας μας».
Και τι σημαίνει «ανορθολογικό»; Πιστεύει κανείς ότι στη διεθνή σκηνή γίνονται όλα ορθολογικά;
Επίσης, τι θα πει «θα απαντήσουμε με τον δέοντα τρόπο»;
Δηλαδή, ποιον θα πλήξει αυτός ο «δέων τρόπος» περισσότερο;
Αυτούς ή εμάς;
Κατά τον κ. Τσίπρα, «αυτούς», διότι θα διακινδυνεύσουν τη συνοχή της Ευρωζώνης.
Κατ’ «αυτούς» (και κάθε λογικό άνθρωπο) κυρίως εμάς, που θα μείνουμε χωρίς λεφτά – έως ότου ο ΣΥΡΙΖΑ προχωρήσει στην περίφημη παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, σε περισσότερες δημόσιες επενδύσεις (που βέβαια χρειάζονται περισσότερα χρήματα) και την κρατικοποίηση των ζόμπι (συγγνώμη, των τραπεζών ήθελα να πω, αλλά έτσι τις αποκαλεί ο κ. Τσίπρας).
Ακολουθεί και άλλη «βεβαιότητα»:
«Κανείς δεν μπορεί να μας αποβάλει από τη ζώνη του ευρώ και στην περίπτωση που αναφέρετε θα διεξαχθεί μια αληθινά σκληρή διαπραγμάτευση, ώστε να βρεθεί μια αληθινά βιώσιμη λύση για όλους. Και πιστεύω ότι στο τέλος θα τα καταφέρουμε. Είμαι σίγουρος».
Είναι δυνατόν να δηλώνεις εκ των προτέρων βέβαιος για την έκβαση μιας διαπραγμάτευσης;
Τότε σε τι χρειάζεται αυτή; Γιατί δεν λέμε πως οι δανειστές έχουν εκ των προτέρων συμφωνήσει και επομένως δεν χρειάζεται καν η διαπραγμάτευση;
Και γιατί να είναι «σκληρή», αφού γνωρίζουμε το αποτέλεσμά της εκ των προτέρων;
Γι’ αυτό και σε άλλη σημείο της συνέντευξης οι δημοσιογράφοι επιμένουν:
«Αν δεν υπάρξει συμφωνία για νέο ευνοϊκότερο δανεισμό, πού θα βρεθούν τα χρήματα για την κοινωνική και την αναπτυξιακή πολιτική;».
Ο κ. Τσίπρας απαντά πως «τρεις είναι συνήθως οι πηγές και σ’ αυτές θα επικεντρωθούμε. Ευρωπαϊκοί πόροι, δημόσιοι επενδυτικοί πόροι και τραπεζική χρηματοδότηση».
Συγγνώμη, αλλά αν δεν υπάρξει συμφωνία δεν θα υπάρξει τίποτε από τα παραπάνω και επομένως απλώς δεν θα βρεθούν τα χρήματα.
Το «συνήθως» στο οποίο ο κ. Τσίπρας αναφέρεται, ισχύει μόνο υπό κανονικές συνθήκες.
Σε συνθήκες στάσης πληρωμών και εξόδου από το ευρώ, πάνε περίπατο και οι ευρωπαϊκοί πόροι, δεν θα υπάρχουν χρήματα για δημόσιες επενδύσεις και φυσικά δεν θα μπορούμε καν να αναφέρουμε τον όρο «τραπεζική χρηματοδότηση» (εδώ αυτή δεν υπάρχει ούτε τώρα).
Οι δημοσιογράφοι επιμένουν σχετικά με το πού θα βρεθούν τα χρήματα.
Και ο κ. Τσίπρας το ίδιο:
«Όπως σας είπα, τα μέτρα καταπολέμησης της φτώχειας είναι πρώτης προτεραιότητας για τον ΣΥΡΙΖΑ και θα γίνουν πάση θυσία. Σε ό,τι αφορά το κόστος τους, όπως σας είπα, ένα μέρος θα καλυφθεί από αναδιανομή των δημόσιων δαπανών. Ένα άλλο από την ενεργοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων. Ένα τρίτο μέρος θα προκύψει από την αναδιανομή των φορολογικών βαρών που θα φέρει φοροελαφρύνσεις στα φτωχότερα στρώματα, αυξάνοντας το διαθέσιμο εισόδημά τους…»
Δηλαδή, είτε υπόσχεται χρήματα που δεν θα υπάρχουν αφού οι δανειστές θα μας έχουν γυρίσει την πλάτη, είτε χρήματα από την φορολόγηση τν πλουσίων (κάτι που το έχουμε ακούσει πολλές φορές, ενώ πρόκειται και για πολιτική που θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε εκροή καταθέσεων, για την αντιμετώπιση της οποίας ο κ. Τσίπρας λέει πως… έχουν – και επ’ αυτού – επεξεργαστεί σχέδιο που «θα λειτουργήσει με απόλυτη επάρκεια»).
Επιπλέον, ο κ. Τσίπρας λέει πως θα κρατικοποιήσει τις τράπεζες, παραδεχόμενος συγχρόνως πως είναι ήδη κρατικοποιημένες (αλλά ελεγχόμενες από τους τραπεζίτες) και πως εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ επεξεργάζονται και σχέδια για… ίδρυση «νέων τραπεζικών και χρηματοδοτικών οχημάτων»!
Δηλαδή, δεν φτάνει που δεν θα έχουμε ευρώ, θα ιδρύουμε και νέες τράπεζες!
Και βέβαια, επαναλαμβάνεται η γνωστή βεβαιότητα:
Ότι «ο κόσμος θα βλέπει, θα κρίνει ποιον συμφέρει η πολιτική μας και θα μας στηρίξει με όλα τα μέσα».
Δηλαδή, ο κόσμος θα γίνει τόσο πολύ μαζοχιστής που θα στηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ θα έχουν εξαφανιστεί τα φάρμακα από την αγορά και δεν θα υπάρχουν καύσιμα για τις δημόσιες και τις ιδιωτικές ανάγκες!
Τέλος, ο κ. Τσίπρας υποστηρίζει πως η κοινωνία (που βράζει) θα εκφράσει ξανά την αγανάκτησή της «τη στιγμή που θα είναι πεπεισμένη ότι κάτι τέτοιο θα έχει πολιτικό αποτέλεσμα».
Αυτή είναι σίγουρα μια καλή δικαιολογία, αλλά για να υπάρξει «πολιτικό αποτέλεσμα» πρέπει η κοινωνία να πειστεί πως η λύση που λέει ο ΣΥΡΙΖΑ πως έχει στο τσεπάκι του, αποτελεί πραγματική λύση και όχι κούφια λόγια που αλληλοαναιρούνται.
Βέβαια, ο κ. Τσίπρας γνωρίζει πως οι Έλληνες συνηθίζουν να καταψηφίζουν, χωρίς να σκέπτονται την επόμενη ημέρα – όπως συνέβη και στην περίπτωση των υποσχέσεων του Γ. Παπανδρέου, που κι’ αυτός είχε τη λύση της διαπραγμάτευσης στο τσεπάκι του.
Αυτός μάλιστα (ο Παπανδρέου) διαβεβαίωνε πως με τους εταίρους δεν θα διαπραγματευτεί αύριο, διότι έχει διαπραγματευτεί χθες!
Κάπως έτσι, μεταξύ του χθες, του σήμερα και του αύριο, μπερδεύεται το πράγμα και μετά είναι αργά…
Υ.Γ. Με τέτοιες «βεβαιότητες» πάμε ντουγρού για μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή.