Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Στα χέρια του Σαμαρά τα εργασιακά



“Είναι πλέον θέμα του Πρωθυπουργού να βρει φόρμουλα συμβιβασμού με τον κ. Κουβέλη για τα εργασιακά”. Με τη φράση αυτή, υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών αποτύπωνε το οριακό σημείο στο οποίο έχουν περιέλθει οι διαβουλεύσεις μεταξύ των τριών πολιτικών αρχηγών.

Μετά το ηχηρό όχι της Τρόικας στο αίτημα της ΔΗΜΑΡ για διατήρηση της επεκτασιμότητας στην ΕΓΣΣΕ και του οικογενειακού επιδόματος στους μισθούς, αλλά και στο αίτημα του ΠΑΣΟΚ για κύρωση των αποκρατικοποιήσεων από τη Βουλή τα πράγματα δυσκολεύουν και αναζητείται λύση που θα επιτρέψει κυρίως στη ΔΗΜΑΡ να ψηφίσει το πακέτο των μέτρων.
Ο Γιάννης Στουρνάρας, αποχωρώντας χθες βράδυ από το Μέγαρο Μαξίμου, μετά το μίνι υπουργικό για τα προαπαιτούμενα δήλωσε ότι η Τρόικα δεν δέχεται να διατηρηθεί το οικογενειακό επίδομα, ούτε και να επεκτείνεται η ισχύς της ΕΓΣΣΕ, με το επιχείρημα ότικάτι τέτοιο δεν ισχύει σε κανένα μέρος του δυτικού κόσμου, ενώ  απορρίπτει και το ενδεχόμενο να έρχεται προς κύρωση από το Κοινοβούλιο κάθε αποκρατικοποίηση, συμπληρώνοντας ότι αυτό θα ήταν αποθαρρυντικό για τους υποψήφιους επενδυτές.
Ανεξάρτητα, πάντως, από το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων -και με δεδομένη τη βούληση της κυβέρνησης-  να προχωρήσει στην ψήφιση των μέτρων, η προετοιμασία κορυφώνεται προκειμένου να προλάβουμε τις κρίσιμες προθεσμίες.
Το χρονοδιάγραμμα του οικονομικού επιτελείου προβλέπει ότι ο προϋπολογισμός θα κατατεθεί την Τετάρτη 31 Οκτωβρίου και θα ψηφιστεί στις 11 Νοεμβρίου, μία ημέρα πριν τη συνεδρίαση του Eurogroup.
Η κατάθεση του πολυνομοσχεδίου, στο οποίο θα περιλαμβάνονται αναλυτικά τα μέτρα προγραμματίζεται για την 5η Νοεμβρίου, με στόχο να έχει ψηφιστεί πριν τις 12 του μήνα.
Μεγάλο αγκάθι παραμένει η βιωσιμότητα του χρέους και το κόστος της διετούς επιμήκυνσης, που μπαίνουν πλέον επισήμως στο τραπέζι της Ευρωομάδας εργασίας (EWG), η οποία συνεδριάζει σήμερα στις Βρυξέλλες.
Τα μέλη της Τρόικας διαφωνούν για το κόστος της χρονικής παράτασης του προγράμματος τόσο με την ελληνική κυβέρνηση όσο και μεταξύ τους, καθώς το υπουργείο Οικονομικών το υπολογίζει σε 12,5 δισ. ευρώ, ΕΕ και ΕΚΤ σε 30 δισ. ευρώ και ΔΝΤ σε 38 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, η μεγάλη διαφορά οφείλεται στο ότι οι εκπρόσωποι των δανειστών συνυπολογίζουν και τις καθυστερήσεις στα έσοδα από αποκρατικοποιήσεις, την υστέρηση των φορολογικών εσόδων κλπ ανεβάζοντας έτσι το χρηματοδοτικό κενό.
Η επιλογή που φαίνεται ότι πλέον κερδίζει έδαφος είναι η χρηματοδότηση της Ελλάδας με νέα δάνεια, πιθανότατα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, ώστε να επαναγοράσει φθηνά το χρέος της στη δευτερογενή αγορά μόλις στο 20-25% της ονομαστικής του αξίας. Υπολογίζεται ότι με 10 δισ. ευρώ μπορεί να  αγοραστεί και να διαγραφεί χρέος 40 δισ. ευρώ.
Η λύση αυτή είναι και η μόνη που δέχεται προς το παρόν να συζητήσει η Γερμανία, αλλά και η ΕΚΤ, κύριοι πολέμιοι του “κουρέματος” που ζητεί το ΔΝΤ.