Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Θέρμανση, το πιο δύσκολο κουίζ του φετινού χειμώνα


Σε περίπου έναν μήνα θα αρχίσει η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης σε εξοντωτικές τιμές, κοντά στο 1,45 ευρώ το λίτρο. Όσοι πολίτες έχουν την οικονομική δυνατότητα αναζητούν εναλλακτικούς και οικονομικότερους τρόπους, για να ζεσταθούν. Η επιλογή όμως δεν είναι εύκολη, αφού κάθε κατοικία έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες και κάθε λύση έχει τα υπέρ και τα κατά.

 Του Κώστα Σιαμέλη

Αρκετοί σκέφτονται να χρησιμοποιήσουν είτε τα κλιματιστικά είτε τα ηλεκτρικά καλοριφέρ. Σύμφωνα με το έγκυρο ενημερωτικό πόρταλ για τον τομέα της θέρμανσης Thermansipress.gr τα ηλεκτρικά καλοριφέρ και γενικά τα θερμαντικά σώματα έχουν περιορισμένη απόδοση και πολύ υψηλό κόστος χρήσης. Αυτό συμβαίνει, επειδή η κατανάλωση ηλεκτρισμού της οικογένειας αυξάνεται -μεταπηδά σε άλλη κλίμακα- και χρεώνεται με υψηλότερη τιμή ανά κιλοβατώρα.
Το αντίστοιχο για παράδειγμα σε ρεύμα της κατανάλωσης των 1.300 λίτρων πετρελαίου είναι 13.680 KWh, που θα προστεθούν στην υφιστάμενη κατανάλωση ρεύματος που έχει ήδη το νοικοκυριό. Αν για παράδειγμα μία οικογένεια καταναλώνει υπό κανονικές συνθήκες 2.000 KWh το τετράμηνο (με τιμή κιλοβατώρας 14 λεπτά), τις επιπλέον 13.680 KWh θα τις πληρώσει με 19 λεπτά. Πολλαπλασιάζοντας τις 13.680 KWh με τα 19 λεπτά, προκύπτει κόστος 2.599 ευρώ. Αν έχει νυχτερινό ρεύμα, τότε το ποσό αυτό μειώνεται στα 2.188 ευρώ.
Σαφώς οικονομικότερη λύση είναι η θέρμανση με κλιματιστικά. Κι αυτό καθώς ένα κλιματιστικό έχει απόδοση 1,7 με 2, που σημαίνει ότι για κάθε κιλοβατώρα ηλεκτρικής ενέργειας που ξοδεύουμε ζεσταινόμαστε με θερμική ενέργεια σχεδόν διπλάσια της καταναλισκόμενης. Άρα χρειαζόμαστε να καταναλώσουμε λιγότερη ενέργεια απ’ ό,τι στην περίπτωση ενός ηλεκτρικού καλοριφέρ. Συγκεκριμένα στην περίπτωση του κλιματισμού η ισοδύναμη κατανάλωση των 1.300 λίτρων, εφόσον οι συσκευές έχουν συντελεστή 1,7, «πέφτει» στις 8.047 KWh. Έτσι με τιμή 19 λεπτά προκύπτει κόστος 1.530 ευρώ για μία ήπια κλιματολογικά χειμερινή σεζόν. Αξίζει να σημειωθεί ότι, εάν χρησιμοποιηθεί σύστημα τελευταίας τεχνολογίας τύπου inverter, η οικονομία θα είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Σόμπες πέλετ, ενεργειακά τζάκια ή καυστήρες βιομάζας; 
Τεράστια ζήτηση, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα, εκδηλώνεται για ενεργειακά τζάκια, σόμπες που καίνε πέλετ (υπολείμματα ξύλου) και καυστήρες βιομάζας. Το κόστος μιας σόμπας που καίει πέλετ κυμαίνεται από 900 έως 2.000 ευρώ ανάλογα με τον τύπο. Για όλη τη χειμερινή περίοδο απαιτούνται 4.000-5.000 κιλά πέλετ. Με μέση τιμή τα 28 λεπτά το κιλό το κόστος για όλη τη χειμερινή σεζόν δεν ξεπερνά τα 1.450 ευρώ, καθιστώντας τη μορφή θέρμανσης πολύ φθηνότερη από το πετρέλαιο, το αέριο και τον ηλεκτρισμό. Το βασικό μειονέκτημά της, όπως και του καυστήρα βιομάζας, είναι ότι χρειάζεται χώρος για την αποθήκευση των πέλετ, που πολλά σπίτια δεν διαθέτουν. Επίσης για την εγκατάσταση μιας σόμπας πέλετ πρέπει να γίνουν κάποια μερεμέτια για την εξαγωγή των καυσαερίων είτε στον τοίχο είτε στο ταβάνι, αν δεν έχει γίνει σχετική πρόβλεψη κατά την κατασκευή του σπιτιού.
Ο καυστήρας βιομάζας είναι οικονομικότερος της σόμπας πέλετ. Με μέση τιμή 28 λεπτά το κιλό ο κάτοχός του θα πληρώσει για θέρμανση μόνο γύρω στα 1.120 ευρώ. Συνιστάται για μονοκατοικίες και διπλοκατοικίες αλλά όχι για πολυκατοικίες λόγω του χώρου που απαιτείται για την αποθήκευση των πέλετ. Ωστόσο το κόστος αγοράς του δεν είναι αμελητέο και κυμαίνεται μεταξύ 2.500 και 5.500 ευρώ. Επίσης χρειάζεται μεγάλος αποθηκευτικός χώρος, καθώς ένας τέτοιος καυστήρας για διπλοκατοικία έχει μέση κατανάλωση γύρω στους 3-4 τόνους πέλετ για τη χειμερινή σεζόν. Για την αποθήκευσή τους απαιτείται χώρος γύρω στα 4 τ.μ.

Μετατροπή του τζακιού σε ενεργειακό 
Πολύ προσφιλής λύση είναι η μετατροπή του συμβατικού τζακιού σε ενεργειακό, που προσφέρει υψηλότερη απόδοση από το συμβατικό, επειδή εκμεταλλεύεται τη ροή του ζεστού αέρα που δημιουργείται από την καύση του ξύλου μέσα στο θερμοθάλαμο που περιβάλλει την εστία του. Έχει μικρότερη και ελεγχόμενη κατανάλωση ξύλου, ενώ η ροή του αέρα μπορεί να είναι είτε φυσική (απλό ενεργειακό τζάκι) είτε μηχανική (αερόθερμο τζάκι). Η συνήθης λειτουργία του είναι με την πόρτα κλειστή, με αποτέλεσμα αύξηση της θερμοκρασίας και καλύτερη καύση. Μπορεί να συνδεθεί με το υπάρχον σύστημα θέρμανσης του σπιτιού, δηλαδή με το λέβητα και το σύστημα διανομής ζεστού νερού.
Η κατανάλωση μιας καλής εστίας, με απόδοση 75%, ανέρχεται σε 4-6 κιλά καυσόξυλα την ώρα. Αυτό σημαίνει 40-50 κιλά την ημέρα ή 7 τόνους ξύλων για όλη τη χειμερινή σεζόν, εφόσον είναι αναμμένο για περίπου οκτώ ώρες ημερησίως. Με μέση τιμή για τα καυσόξυλα 20 λεπτά το κιλό, το κόστος χρήσης θα ανέλθει στα 1.400 ευρώ, σαφώς χαμηλότερο απ’ ό,τι το πετρέλαιο.

Ηλεκτρικές θερμάστρες, θερμοπομποί, θερμοσυσσωρευτές 
Επιλέγονται κυρίως για σπίτια που δεν έχουν άλλο μηχανισμό θέρμανσης, τοποθετούνται με απλό τρόπο στους τοίχους και καταναλώνουν ηλεκτρικό ρεύμα. Είναι εντελώς αθόρυβοι και με διακριτική σχεδίαση, ενώ είναι ασφαλείς για παιδιά και κατοικίδια. Από οικονομικής άποψης για ένα δωμάτιο 12 τ.μ. θα χρειαστεί ένας θερμοπομπός ισχύος 400W, o οποίος κοστίζει περίπου 150 ευρώ χωρίς το κόστος εγκατάστασης. Η κατανάλωση ρεύματος κατά τη χρήση του είναι ανάλογη αυτής ενός κλιματιστικού τεχνολογίας inverter, πιθανώς και λίγο ακριβότερη.

Φυσικό αέριο, η δημοφιλέστερη επιλογή
Το φυσικό αέριο μειώνει τουλάχιστον στο μισό και την κατανάλωση σε ηλεκτρικό ρεύμα τουλάχιστον για όσους αντικαθιστούν τις κοινές ηλεκτρικές κουζίνες με αντίστοιχες φυσικού αερίου. Σε γενικές γραμμές είναι οικονομικότερο από το πετρέλαιο θέρμανσης κατά 18% έως 22%. Το μειονέκτημά του είναι η δυσχέρεια εγκατάστασης σε παλιές οικοδομές. Ωστόσο αυτή είναι εφικτή τόσο σε πολυκατοικίες με δισωλήνιο σύστημα θέρμανσης (που έχουν κεντρική θέρμανση) όσο και σε μεμονωμένα διαμερίσματα πολυκατοικιών με μονοσωλήνιο σύστημα.
Το περιβαλλοντικό όφελος από τη χρήση φυσικού αερίου είναι τεράστιο, καθώς τα προϊόντα καύσης του περιέχουν σημαντικά λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα και σχεδόν καθόλου μονοξείδιο του άνθρακα. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, αν σκεφτεί κανείς πως για πάνω από το 30% της ατμοσφαιρικής μόλυνσης στην Ελλάδα ευθύνεται η θέρμανση των σπιτιών με πετρέλαιο. Όσον αφορά το κόστος εγκατάστασης, η απόσβεση γίνεται έπειτα από τέσσερις-πέντε χειμώνες.

ΦΛΩΡΙΝΑ Το αντίτιμο αγοράς μιας γκαρσονιέρας για... δέκα χρόνια ζέστης!
Το αντίτιμο της αγοράς μιας γκαρσονιέρας ή περίπου 65.000 ευρώ υπολογίζεται ότι πρέπει να καταβάλει ο μέσος κάτοικος της Φλώρινας, προκειμένου να θερμάνει μία μονοκατοικία 87 τετραγωνικών με πετρέλαιο για περίοδο δέκα ετών, συμπεριλαμβανομένου του αρχικού κόστους εγκατάστασης του λέβητα. Συγκρίσιμες -στα 60.000 ευρώ- υπολογίζεται ότι είναι οι δαπάνες εγκατάστασης και προμήθειας καυσίμων για δεκαετή λειτουργία ενός λέβητα υγραερίου. Σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα κυμαίνεται το αντίστοιχο κόστος για τα πέλετ και την αντλία θερμότητας (γύρω στα 30.000 ευρώ στη δεκαετία) και κάτω από 20.000 ευρώ για τον ξυλολέβητα (σε όλες τις περιπτώσεις τα μεγέθη αφορούν κόστος εγκατάστασης και προμήθειας καυσίμων).
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην όμορφη ακριτική πόλη της Μακεδονίας τα σπίτια είναι σχετικά μεγάλα και οι άνθρωποι αναγκάζονται κάποιες φορές να αυτοπεριορίζονται σε μέρος αυτών, για να μειώνουν τα έξοδα θέρμανσης.
Αν και εκ πρώτης όψεως ο παράγοντας του κόστους ακούγεται πολύ δελεαστικός -με το πετρέλαιο να απαιτεί συνολικά στη δεκαετία υπερτριπλάσιες δαπάνες σε σχέση π.χ. με το ξύλο- ωστόσο η επιλογή του ιδανικού συστήματος θέρμανσης φαίνεται ότι παραμένει γρίφος για δυνατούς λύτες.
Κι αυτό γιατί οι πιο φθηνές λύσεις απαιτούν αφοσίωση και τακτική εμπλοκή από το χρήστη (π.χ. για καθαρισμό και διαρκή τροφοδοσία στην περίπτωση των λεβήτων ξύλου και πέλετ) ή -ενδεχομένως- υψηλό αρχικό κόστος κτήσης του συστήματος και πιο αυξημένες δαπάνες συντήρησης από ένα χρονικό διάστημα και μετά (π.χ. για την αντλία θέρμανσης).
Για τον ξυλολέβητα συνιστάται η προμήθεια της ξυλείας για όλο το χρόνο να γίνεται το καλοκαίρι, ώστε να μην είναι υγρή. Πέρα από την ετήσια συντήρηση απαιτείται καθαρισμός από τη στάχτη δις εβδομαδιαίως. Η τροφοδοσία με ξύλα πρέπει να γίνεται τέσσερις-πέντε φορές ημερησίως.
Για το λέβητα πέλετ αναλόγως του μεγέθους του σιλό (150-500 λίτρα στις ατομικές εγκαταστάσεις) το γέμισμα πρέπει να γίνεται κάθε δύο έως έξι ημέρες. Απαιτούνται ετήσια συντήρηση και καθαρισμός από τη στάχτη τουλάχιστον μία φορά εβδομαδιαίως.
Για την αντλία θερμότητας υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω εξοικονόμησης χρημάτων με την αξιοποίηση του νυχτερινού τιμολογίου του παρόχου (μείωση κόστους κατά περίπου 25% ετησίως). Απαιτείται ετήσια συντήρηση.
Τα ετήσια κόστη για μία επαρκώς μονωμένη μονοκατοικία 87 τ.μ. και ένα διαμέρισμα 97 τ.μ. στις συνήθεις κλιματολογικές συνθήκες της Φλώρινας κυμαίνονται ως εξής:
- Πετρέλαιο 
Για τη μονοκατοικία: Η ποσότητα που καταναλώνεται ετησίως υπολογίζεται σε 4.380 λίτρα. Το κόστος αγοράς του συστήματος εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 6.130 ευρώ και η εγκατάσταση στοιχίζει γύρω στα 3.200 ευρώ.
Για το διαμέρισμα: Τα αντίστοιχα μεγέθη είναι 3.130 λίτρα, 4.400 ευρώ και 2.800 ευρώ.
- Πέλετ 
Για τη μονοκατοικία: 10.500 κιλά πέλετ, κόστος αγοράς 2.550 ευρώ, κόστος εγκατάστασης 5.000 ευρώ.
Για το διαμέρισμα τα αντίστοιχα μεγέθη είναι 7.500 κιλά, 1.800 ευρώ και 4.600 ευρώ.
- Ξύλο 
Για τη μονοκατοικία: 13.000 κιλά ξύλου, κόστος αγοράς 1.600 ευρώ, κόστος εγκατάστασης 3.700 ευρώ.
Για το διαμέρισμα τα αντίστοιχα μεγέθη είναι 9.200 κιλά, 1.100 ευρώ και 3.300 ευρώ.
- Ηλεκτρισμός 
Για τη μονοκατοικία: 14.000 κιλοβατώρες, κόστος αγοράς 1.900 ευρώ, κόστος εγκατάστασης 10.000 ευρώ.
Για το διαμέρισμα τα αντίστοιχα μεγέθη είναι 9.900 κιλοβατώρες, 1.350 ευρώ και 8.500 ευρώ.


Πηγή ρύπανσης τα τζάκια

Ανυπολόγιστο κόστος για το περιβάλλον και την υγεία -ιδιαίτερα όσων κατοικούν σε πυκνοδομημένες πόλεις, όπως η Θεσσαλονίκη- φαίνεται πως έχει η στροφή ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού καταναλωτών στα καυσόξυλα για ζεστασιά, καθώς το τζάκι που ανάβει σε ένα και μόνο διαμέρισμα υπολογίζεται ότι ρυπαίνει περίπου όσο ολόκληρη η πολυκατοικία.
«Ένα παραδοσιακό τζάκι, το οποίο μάλιστα δεν μπορεί να ζεστάνει παρά μόνο ένα δωμάτιο και σε καμία περίπτωση ολόκληρο το σπίτι, σε γενικές γραμμές εκλύει έως και τριάντα φορές περισσότερα μικροσωματίδια από έναν σύγχρονο λέβητα κεντρικής θέρμανσης, που λειτουργεί με πετρέλαιο», εξηγεί ο προϊστάμενος του τμήματος Περιβάλλοντος του δήμου Θεσσαλονίκης, Δρ. χημικός μηχανικός Μάξιμος Πετρακάκης.
Το πρόβλημα προσλαμβάνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις στην πόλη της Θεσσαλονίκης, στην οποία τα αιωρούμενα σωματίδια αποτελούν ούτως ή άλλως μια από τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές πληγές. Οι πρώτες αρνητικές συνέπειες από τη στροφή πολλών Θεσσαλονικέων στη λύση του τζακιού για θέρμανση άρχισαν να γίνονται εμφανείς ήδη από τον περσινό χειμώνα. Πέρυσι, λοιπόν, παρατηρήθηκε αύξηση στα επίπεδα των ατμοσφαιρικών ρύπων σε σχέση με το 2010, οπότε, σύμφωνα με τον αρμόδιο αντιδήμαρχο Περιβάλλοντος, Ποιότητας Ζωής και Ελεύθερων Χώρων Κωνσταντίνο Ζέρβα είχαν καταγραφεί οι ιστορικά χαμηλότερες τιμές από την ίδρυση του δημοτικού δικτύου ελέγχου ατμοσφαιρικής ρύπανσης, το 1989.
«Επί της ουσίας», όπως σχολιάζει ο κ. Πετρακάκης, «εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, ακυρώνονται οι θετικές επιπτώσεις που είχε στο περιβάλλον μια σειρά μέτρων, τα οποία ελήφθησαν κατά το πρόσφατο παρελθόν, όπως είναι η απόσυρση των οχημάτων, η χρήση καταλυτικών μετατροπέων, η βελτίωση της ποιότητας των καυσίμων και η εκτεταμένη χρήση του φυσικού αερίου από τα νοικοκυριά».

Επικίνδυνος ο Νοέμβριος
Οι επιστήμονες του τμήματος Περιβάλλοντος του δήμου Θεσσαλονίκης κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς εκτιμούν ότι ο φετινός χειμώνας θα είναι ακόμη δυσκολότερος, αφού η αναμενόμενη εξίσωση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης με αυτήν του πετρελαίου κίνησης -σε συνδυασμό και με τις υψηλές τιμές του φυσικού αερίου- αναμένεται να οδηγήσει ακόμη μεγαλύτερο αριθμό πολιτών στη λύση των καυσόξυλων.
Ο πιο επικίνδυνος μήνας σε ό,τι αφορά πιθανή εκδήλωση επεισοδίων ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην πόλη της Θεσσαλονίκης είναι ο Νοέμβριος. «Πέρυσι τον Νοέμβριο είχαμε ένα εκτεταμένο επεισόδιο ρύπανσης και μάλιστα μεγάλης διάρκειας, το οποίο μας προβλημάτισε. Από την παρακολούθηση του φαινομένου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτή η μεγάλη άνοδος στις τιμές των αιωρούμενων σωματιδίων, που είχε παρατηρηθεί, οφειλόταν κατά ένα μεγάλο μέρος στα τζάκια που έκαιγαν στην πόλη», σημειώνει ο κ. Πετρακάκης.
Όπως εξηγεί ο ίδιος, ο Νοέμβριος είναι ο πιο δύσκολος μήνας, καθώς στη Θεσσαλονίκη εμφανίζεται το φαινόμενο των θερμοκρασιακών αναστροφών, εξαιτίας του οποίου οι ρύποι περίπου εγκλωβίζονται πάνω από την πόλη, ενώ την ίδια ώρα επικρατούν συνθήκες άπνοιας, καθώς εξασθενεί η θαλάσσια αύρα, που όλο το προηγούμενο διάστημα καθαρίζει την ατμόσφαιρα, ενώ και ο ευεργετικός Βαρδάρης δεν κάνει την εμφάνισή του πριν από τον Δεκέμβριο.
«Η λύση του καυσόξυλου σε μια τόσο πυκνοκατοικημένη πόλη όσο η Θεσσαλονίκη, με τα ψηλά κτίρια και τους στενούς δρόμους, από περιβαλλοντική άποψη είναι σχεδόν απαγορευτική. Οικολογικά το πλέον ενδεδειγμένο καύσιμο για πόλεις, όπως η Θεσσαλονίκη, είναι το φυσικό αέριο», παρατηρεί ο κ. Πετρακάκης.

Αποψιλώνονται τα δάση
Εκτός από την ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε, «θύματα» της γενικευμένης οικονομικής κρίσης φαίνεται ότι πέφτουν και τα δάση, καθώς το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν τα κρούσματα παράνομης υλοτόμησης. Στο νομό Θεσσαλονίκης ανάλογα φαινόμενα άρχισαν να εκδηλώνονται ήδη από πέρυσι κυρίως στις δασικές εκτάσεις στις περιοχές του Χορτιάτη και του Σοχού, αλλά και στα λεγόμενα Μακεδονικά Τέμπη, στη Ρεντίνα και τον Σταυρό.
Κρούσματα παράνομης υλοτόμησης, όμως, εκδηλώθηκαν ακόμη και στις εγκαταστάσεις των στρατοπέδων Παύλου Μελά και Καρατάσιου μέσα στην πόλη, ενώ εργαζόμενοι στους δήμους εκφράζουν το φόβο ότι ορισμένοι δεν αποκλείεται να αρχίσουν να αναζητούν «δωρεάν» ξυλεία ακόμη και στα πάρκα.
ΒΑΡΒΑΡΑ ΖΟΥΚΑ