Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

Την παρουσία και του Επιτρόπου Όλι Ρεν στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής και την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης των επιστολών του Προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ, στην Τρόικα, ζητά με ερώτησή του προς την Κομισιόν, ο Νίκος Χουντής.

Την παρουσία και του Επιτρόπου Όλι Ρεν στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής για την ΕΛΣΤΑΤ, ζητά με ερώτησή του προς την Κομισιόν, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκος Χουντής, επικαλούμενος το επιχείρημα ότι “η έρευνα αφορά και το χρονικό διάστημα, στο οποίο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων ήταν ο κ.Ρέν, αφού η λήψη της απόφασης για ένταξη 17 ΔΕΚΟ στη Γενική Κυβέρνηση έγινε επι θητείας του”.
Ταυτόχρονα, στην ίδια ερώτηση, ο Νίκος Χουντής, αφού αναφέρεται στην επιστολή που αποκάλυψε στην εξεταστική επιτροπή, ο ανεξάρτητος βουλευτής κ. Κουρουμπλής, η οποία αποδεικνύει ότι ο Πρόεδρος της ΕΛΣΤΑΤ, κ. Γεωργίου, απευθυνόταν στο ΔΝΤ για την αλλαγή ελληνικού νόμου (!!), προκειμένου να του δοθούν περισσότερες εξουσίες, ζητά από την Κομισιόν να πληροφορηθεί εάν ανάλογες “κρούσεις” έγιναν προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή “άλλες υπηρεσίες” της, τονίζοντας ότι, “λίγους μήνες αργότερα, με το νόμο 3899/2010 (ΦΕΚ 17/12/10)” δόθηκαν τελικά υπερεξουσίες στον Πρόεδρο της ΕΛΣΤΑΤ.



Στην ερώτηση του έλληνα ευρωβουλευτή, μνημονεύεται επίσης, απάντηση της Κομισιόν σε ερώτηση που είχε κάνει πριν από 2 χρόνια (10/03/2010), ο Νίκος Χουντής, για το ενδεχόμενο κλήτευσης από εξεταστική επιτροπή του ελληνικού κοινοβουλίου, Ευρωπαίων Επιτρόπων ή άλλων αξιωματούχων της ΕΕ, και στην οποία διευκρυνίζεται, μεταξύ άλλων, ότι είναι στη διακριτική ευχέρεια των Επιτρόπων αν θα παραστούν στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής.

(Η απάντηση της Επιτροπής, η οποία αποκτά εξαιρετική επικαιρότητα, παρατίθεται στο τέλος του δελτίου).



Η πλήρης ερώτηση του Νίκου Χουντή, προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχει ως εξής:



“Σύμφωνα με έγγραφο που παρουσιάστηκε στην ειδική εξεταστική επιτροπή του ελληνικού κοινοβουλίου, που ερευνά τις καταγγελίες για τεχνητή διόγκωση του δημόσιου ελλείμματος του 2009, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) με επιστολή του στις 16/10/2010 προς τον επικεφαλής της Τρόικα στην Ελλάδα, κ. Τόμσεν, του ζητούσε να παρέμβει προκειμένου να υπάρξουν αλλαγές στον ιδρυτικό νόμο της ΕΛΣΤΑΤ, στην κατεύθυνση δραστικής ισχυροποίησης των αρμοδιοτήτων και των εξουσιών του Προέδρου, σε βάρος των υπόλοιπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Η αλλαγή της νομοθεσίας επήλθε πράγματι λίγους μήνες αργότερα, με το νόμο 3899/2010 (ΦΕΚ 17/12/10). Ταυτόχρονα, έγινε γνωστό ότι η ανωτέρω εξεταστική επιτροπή της ελληνικής Βουλής, απέστειλε επιστολές κλήτευσης προς τον Ευρωπαίο Επίτροπο, Χοακίν Αλμούνια, και τον Διευθυντή της Eurostat, κ. Ραντερμαχερ. Με δεδομένη την απάντηση (Ε-1771/10) της Κομισιόν σε ερώτησή μου στις 10/03/2010, για το ενδεχόμενο κλήτευσης Επιτρόπων ή άλλων ευρωπαίων αξιωματούχων, σε περίπτωση δημιουργίας εξεταστικής επιτροπής στην ελληνική Βουλή, στην οποία αναφέρεται ότι «οι Επίτροποι είναι ελεύθεροι να πάνε κατά τη διακριτική τους ευχέρεια», και ότι οι «υπάλληλοι της Επιτροπής πρέπει να έχουν λάβει πρώτα άδεια από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής», ερωτάται η Επιτροπή:

1) Η Eurostat ή άλλες υπηρεσίες της Κομισιόν, δέχτηκαν ανάλογη επιστολή με αυτή του κ.Τόμσεν από τον Πρόεδρο της ΕΛΣΤΑΤ;

Υπήρξαν πιέσεις προς ή μέσω του εκπροσώπου της Eurostat στην ΕΛΣΤΑΤ («High Level Expert»), για αλλαγή του ιδρυτικού νόμου της ΕΛΣΤΑΤ, στην κατεύθυνση που ζητούσε ο Πρόεδρος της; Ήταν σε γνώση της η ψήφιση του νόμου 3899/2010, που έδωσε τελικά υπερεξουσίες στον Πρόεδρο της ΕΛΣΤΑΤ;

2) Με ποιο τρόπο προτίθεται η Κομισιόν να συμβάλει στη διαλεύκανση της υπόθεσης που εξετάζει το ελληνικό κοινοβούλιο; Θα έρθουν ως μάρτυρες τα πρόσωπα τα οποία έχουν κληθεί; Με δεδομένο ότι η έρευνα αφορά και το χρονικό διάστημα, στο οποίο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων ήταν ο κ.Ρέν, αφού η λήψη της απόφασης για ένταξη 17 ΔΕΚΟ στη Γενική Κυβέρνηση έγινε επι θητείας του, εξετάζει το ενδεχόμενο να παραστεί στην εξεταστική επιτροπή της ελληνικής Βουλής;”



Η απάντηση της Επιτροπής για το ενδεχόμενο παρουσίας Ευρωπαίων Επιτρόπων ή αξιωματούχων, έχει ως εξής:



E-1771/10/EL

Απάντηση του κ. Šefčovič

εξ ονόματος της Επιτροπής

(5.5.2010)



Υπάλληλος ή πρώην υπάλληλος που καλείται να καταθέσει στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας σχετικά με την εργασία του οφείλει να ζητήσει προηγουμένως άδεια από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Η άδεια αυτή δίνεται υποχρεωτικά, εκτός εάν τα συμφέροντα της Ένωσης αιτιολογούν σχετική άρνηση. Ως εκ τούτου, κάθε αίτημα που υποβάλλεται είτε απ’ευθείας από τον υπάλληλο είτε από εθνική δικαστική αρχή, εξετάζεται, για κάθε υπόθεση χωριστά, από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Οι περιπτώσεις άρνησης είναι εντελώς εξαιρετικές και δεν έχει σημειωθεί κανένα τέτοιο περιστατικό κατά τα τελευταία έτη. Όταν υπάλληλοι της Επιτροπής κληθούν να καταθέσουν εγγράφως ή προφορικά, εμπιστευτικά ή μη, ενώπιον εθνικής κοινοβουλευτικής επιτροπής κάποιου κράτους μέλους, πρέπει να έχουν λάβει άδεια από την αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής και να ακολουθούν τις σχετικές εσωτερικές διαδικασίες. Η παρούσα κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί παρόμοια προς εκείνη της κατάθεσης μετά από κλήτευση δικαστηρίου – πρόκειται για παρόμοια αποκάλυψη μη κοινοποιηθεισών προηγουμένως πληροφοριών, τα όργανα υπέχουν αντίστοιχη υποχρέωση συνεργασίας με τους σχετικούς φορείς, και αυτού του είδους οι επιτροπές μπορεί να έχουν εξουσία κλήτευσης μαρτύρων παρόμοια προς την εξουσία που διαθέτουν τα δικαστήρια. Τα μέλη της Επιτροπής δεν υπόκεινται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της. Αν κληθούν να καταθέσουν εγγράφως ή προφορικά σε εθνική κοινοβουλευτική επιτροπή, εμπιστευτικά ή μη, είναι, με την επιφύλαξη της εχεμύθειας που οφείλεται στις συνεδριάσεις της Επιτροπής, ελεύθερα να το πράξουν κατά τη διακριτική τους ευχέρεια. Προς τήρηση της αρχής της συλλογικής ευθύνης, προβλέπεται ότι η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται κάθε φορά που ένα από τα μέλη της καταθέτει ενώπιον κοινοβουλευτικής επιτροπής κράτους μέλους.”