Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Νόμος-Πλαίσιο: Αλήθειες και ψέματα

του Πέτρου Παπαθανασίου
Για το νόμο-πλαίσιο για τα ΑΕΙ, που ψηφίστηκε πριν λίγες ημέρες με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ταυτόχρονα ηχηρότατη αντίθεση από την ακαδημαϊκή κοινότητα, ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά. Δυστυχώς, τα περισσότερα δεν ξεπέρασαν το επίπεδο του ευχολόγιου ή του κατηγορητήριου, βασισμένων περισσότερο στις εντυπώσεις, παρά στην ουσία και το περιεχόμενό του. Ενός νόμου, που ακριβώς επειδή αλλάζει εντελώς το χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας, θα πρέπει να διαβάσουμε σχολαστικά πριν καταλήξουμε σε συμπεράσματα.
Παρακάτω, επιχειρείται μία όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμη προσέγγιση του “νόμου Διαμαντοπούλου”, με στόχο την αποσαφήνιση της πραγματικότητας πάνω στα σημεία που επικεντρώνει την προσοχή του το ίδιο το υπουργείο, κατά τις επίσημες δηλώσεις του.

Το Πανεπιστήμιο παραμένει δημόσιο, δωρεάν για όλους τους Έλληνες

Αλήθεια: Όσο στο Σύνταγμα της Ελλάδας θα υπάρχει η παράγραφος 4 του Αρθρου 16 που ορίζει ότι “Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια”, το κράτος οφείλει να παρέχει την απαραίτητη χρηματοδότηση σε όλα τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, ώστε να τηρεί τη συνταγματική αυτή υποχρέωση.



Ψέμα: Πέρα όμως από τη συνταγματική επιταγή, ο νόμος-πλαίσιο αφήνει κενά σε ό,τι αφορά τη επιβίωση των ιδρυμάτων. Από τη μία ορίζει τη δημιουργία ΝΠΙΔ που θα διαχειρίζονται τους οικονομικούς τους πόρους και θα αναζητούν πηγές χρηματοδότησης με διάφορους τρόπους (μεταξύ των οποίων και εμπορική εκμετάλλευση “προϊόντων διανοητικής ιδιοκτησίας”). Από την άλλη, η διαπραγμάτευση της κυβέρνησης με την κάθε Ίδρυμα για το ύψος της χρηματοδότησης με βάση 4ετή σχεδιασμό, αφήνει να εννοηθεί ότι ενδέχεται να δούμε σχολές να υπολειτουργούν ή ακόμη και να κλείνουν. Ακόμη όμως και το ίδιο του Υπουργείο Παιδείας τα μασάει ως προς το ποια βαθμίδα φτάνει η υποχρέωσή του για παροχή δωρεάν σπουδών. Έτσι, στην επίσημη ενημέρωση με τη μορφή ερωταπαντήσεων, το υπουργείο (ερωτ. 41) ισχυρίζεται ότι η υποχρέωσή του εξαντλείται στον προπτυχιακό κύκλο σπουδών.

Σε αυτό το σημείο, δεν πρέπει να παραλείψουμε ότι ήδη εμφανίζονται οι πρώτες περιπτώσεις δωρεάν (έως σήμερα) παροχών, για τις οποίες απαιτείται πλέον ένα μικρό αντίτιμο, όπως για παράδειγμα τα 2,5 ευρώ για την έκδοση του φοιτητικού πάσου. Επίσης, υπάρχουν φωνές που επισημαίνουν το ενδεχόμενο ύπαρξης μόνο ηλεκτρονικού συγγραμματος, κάτι που μεταφράζεται σε μεγάλη επιβάρυνση του φοιτητή αν πρέπει να το τυπώσει.



Η δομή του Πανεπιστημίου είναι πιο αποτελεσματική

Αλήθεια: Η εσωτερική διάρθρωση των Ιδρυμάτων γίνεται περισσότερο συγκεντρωτική, άρα μειώνονται ενδιάμεσες διοικητικές δομές (χωρίς κατ’ ανάγκη να καταργούνται ωστόσο). Η βασική διοικητική μονάδα του κάθε ιδρύματος, η Σχολή, είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο λειτουργίας, προγραμμάτων σπουδών, εργαστηρίων κ.λπ. των βασικών εκπ/κων μονάδων (Τμήματα) που υπάγονται σε αυτήν. Επίσης, όλα τα μεταπτυχιακά/διδακτορικά προγράμματα υπάγονται σε ξεχωριστή σχολή εντός του ιδρύματος. Ξεχωριστή και οι νεοσύστατη σχολή διά βίου μάθησης, για κάθε Ίδρυμα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι εισάγεται η δυνατότητα “μερικής φοίτησης”, σύμφωνα με την οποία διευκολύνται οι εργαζόμενοι φοιτητές να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους στο διπλάσιο από τον προβλεπόμενο χρόνο (βλ. και “αιώνιοι φοιτητές”). Τέλος, ο θεσμός των πιστωτικών μονάδων προσφέρει ευελιξία στις επιλογές του σπουδαστή ο οποίος δεν προσδένεται πλέον σε ένα τμήμα από το πρώτο έτος.



Ψέμα: Όντας συγκεντρωτική, η νέα δομή αναμένεται να παρουσιάσει προβλήματα και δυσκαμψίες στην εφαρμογή της. Ενστάσεις διατυπώνονται στην υπερβολική συγκέντρωση αρμοδιοτήτων στη Σχολή, ειδικά για τα εργαστήρια κάθε τμήματος, των οποίων η ευελιξία αναμένεται μοιραία να μειωθεί. Επίσης, το μικτό -και παντοδύναμο- Συμβούλιο του Ιδρύματος, που περιλαμβάνει και 5-7 μέλη εκτός πανεπιστημιακής κοινότητας, προκαλεί ερωτηματικά σε σχέση με την αντιπροσώπευση αλλά και τα ενδεχόμενα διαπλοκής. Επιπλέον, προβληματισμό προκαλεί η ύπαρξη ξεχωριστής Σχολής για όλα τα μεταπτυχιακά και διδακτορικά προγράμματα των τμημάτων του κάθε Ιδρύματος.



Γίνεται το πανεπιστήμιο πιο δημοκρατικό και αυτοδύναμο

Αλήθεια: Η κυβέρνηση επέλεξε να συνδέσει το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ περισσότερο με την οικονομική διαχείριση, παρά με τη διοικητική αυτοτέλεια στα πλαίσια της πανεπιστημιακής οικογένειας. Έτσι, τα Πανεπιστήμια στην πράξη αναλαμβάνουν την ενεργή διαχείριση των οικονομικών τους και -μέσω Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου, την ίδρυση των οποίων προβλέπει ο νόμος- την αξιοποίηση της περιουσίας τους αλλά και την ανεύρευση πόρων εκτός κρατικής χρηματοδρότησης. Η οικονομική αυτοδυναμία ενισχύεται και από την θέσπιση “μπόνους” από την κρατική χρηματοδότηση για ιδρύματα που εμφανίζουν υψηλές επιδόσεις σε επιστημονικούς τομείς, προσέλκυση φοιτητών κ.α. Άρκει βέβαια να υπάρχουν επαρκείς πόροι από τον Εθνικό Προϋπολογισμό.

Στο θέμα της διαφάνειας, σημειώνεται ότι η διαχείριση των πόρων θα δημοσιεύεται αναλυτικά (σε ηλεκτρονική μορφή) κατ’ έτος από τη διοίκηση της κάθε σχολής, όπως άλλωστε και οι πράξεις και αποφάσεις των διοικητικών οργάνων Ιδρυμάτων και Σχολών.



Ψέμα: Πρώτον, η διαχείριση οικονομικών πόρων γίνεται από ΝΠΙΔ (Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου), ή -αν προτιμάτε- από ιδιώτη μάνατζερ, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τις προτεραιότητες του Ιδρύματος. Κατά δεύτερον, καταργείται κάθε διοικητική αυτοτέλεια των τμημάτων. Τρίτον, υποβαθμίζεται η συμμετοχή της φοιτητικής κοινότητας στη λήψη αποφάσεων. Αυτό που σίγουρα τίθεται εν αμφιβόλω είναι το Αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων. Εξωθεσμικοί παράγοντες επηρεάζουν αποφασιστικά τη λήψη αποφάσεων, αλλά και το ίδιο το μέλλον των σχολών. Αξίζει να επισημανθεί ότι -κατά το νόμο- η κατάργηση, κατάτμηση, συγχώνευση τμημάτων, σχολών και ιδρυμάτων, επαφιέται στο Υπουργείο Παιδείας, με βάση τις “κοινωνικές ανάγκες” και την οικονομική κατάσταση της χώρας.



Θα υπάρχει πλήρης αξιολόγηση των ΑΕΙ και του προσωπικού τους

Αλήθεια: Ο νόμος-πλαίσιο επεκτείνει τις διαδικασίες ατομικής αξιολόγησης του προσωπικού τόσο ως προς τη σύνθεση των αξιολογητών (διεθνής επιτροπή) όσο όμως και ως προς τις κυρώσεις (αποδοχές, πρόοδος, μεταθέσεις). Ενισχύεται επίσης η “Αρχή Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπ/ση” (ΑΔΙΠ ή HQA διεθνώς), το 15μελές όργανο που εποπτεύεται από το Υπ. Παιδείας και στόχο έχει να διασφαλίζει τα επίπεδα ποιότητας και τις πιστοποιήσεις των προγραμμάτων σπουδών. Η ΑΔΙΠ θα έχει αποφασιστικό ρόλο για τη χρηματοδότηση των σχολών, σύμφωνα με τις επιδόσεις τους, τόσο στην τήρηση του 4ετούς προγραμματισμού, όσο και σε μία σειρά παραμέτρων ποιότητας που ορίζει ο νόμος. Κάτι που λειτουργεί τόσο ως επιβράβευση όσο όμως και ως τιμωρία, για κάποιες σχολές (βλ. οικονομική αυτοδυναμία, παραπάνω). Επιπλέον θεσμοθετούνται τα Κέντρα Αριστειας (Ιδρύματα, Σχολές ή Τμήματα), πάλι μέσω της εποπτείας της ΑΔΙΠ, για τα οποία προβλέπεται περαιτέρω χρηματοδότηση.



Ψέμα: Εκφράζονται κάποιες επιφυλάξεις για τη σύνθεση των επιτροπών αξιολόγησης που θα περιλαμβάνει και καθηγητές της αλλοδαπής (“εγνωσμένου κύρους”), που θυμίζει -σύμφωνα με τους επικριτές- τον αλήστου μνήμης θεσμό του “επιθεωρητή” της μέσης εκπαίδευσης. Προβληματισμό προκαλεί και ο ενισχυμένος ρόλος της ανεξάρτητης μεν, εποπτευόμενης από το υπουργείο δε, ΑΔΙΠ, καθώς και των θολών σημείων που αφήνει η πρόβλεψη έκδοσης Προεδρικών Διαταγμάτων στον τομέα της αξιολόγησης και πιστοποίησης των Ιδρυμάτων.



Αναβαθμίζονται τα πτυχία των ΑΕΙ

Αλήθεια: Η πιο σωστή διατύπωση θα ήταν αλλάζει εντελώς ο ορισμός των πτυχίων, καθώς εισάγεται ο όρος των πιστωτικών μονάδων. Σίγουρα διευρύνονται οι επιλογές του σπουδαστή που δεν εισάγεται σε Τμήμα, αλλά σε Σχολή, και επιλέγει κύκλους μαθημάτων προκειμένου να συγκεντρώσει τον απαραίτητο αριθμό μονάδων (120 για προπτυχιακό, 60 για μεταπτυχιακό και 30 για διδακτορικό) που απαιτούνται για τον τίτλο (σημ. που απονέμονται επίσης από τις Σχολές και όχι τα Τμήματα). Επιπλέον, με βάση το σύστημα των μονάδων, διευκολύνεται η πρόσβαση αποφοίτων ιδιωτικών ιδρυμάτων μεταδευτεροβάθμιας εκπ/σης (ΙΙΕΚ, ΚΕΣ). Το Υπουργείο επισημαίνει το σύστημά του ακολουθεί πιστά τη Διαδικασία της Μπολόνια μαζί με “68 χώρες ανά τον κόσμο”.

Στα θετικά καταγράφεται η πρόνοια παρακολούθησης μαθημάτων κατευθείαν σε μία ξένη γλώσσα και γενικά η διάχυτη προσπάθεια εξωστρέφειας του πανεπιστημίου και διασύνδεσης με τα υπόλοιπα ιδρύματα της Ελλάδας, της Ευρώπης και του κόσμου.



Ψέμα: Δεν είναι εύκολο να χαρακτηριστεί ως αναβάθμιση η διάσπαση της επιστημονικής συνέχειας και συνοχής που παρείχαν τα ως σήμερα τμήματα. Αφενός μεν ο φοιτητής ακολουθεί αποκομμένους διετείς-τριετείς κύκλους σπουδών. Αφετέρου δε, εισέρχονται στο σύστημα σπουδαστές ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων με αμφίβολης αξίας ακαδημαϊκές προδιαγραφές (βλ. κολλέγια). Ο φόβος για υποβάθμιση των επιστημόνων, μελών μίας ακαδημαϊκής κοινότητας, σε καταρτισμένους επαγγελματίες είναι υπαρκτός. Μάλιστα, η “συνταγή” αυτή έχει αρχίσει εδώ και κάποια χρόνια να εγκαταλείπεται σταδιακά από τα ευρωπαϊκά πανεπιστημιακά ιδρύματα. Το σύστημα τέλος αναμένεται να δοκιμαστεί στην εφαρμογή του, καθώς άλλη σχολή θα παρέχει τους προπτυχιακούς τίτλους και άλλη τους μεταπτυχιακούς, στο ίδιο αντικείμενο!



Συνδέονται τα ελληνικά ΑΕΙ με τις αγορές

Αλήθεια: Με το νόμο-πλαίσιο γίνεται ομολογουμένως μεγάλη προσπάθεια επαφής των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων με την αγορά. Πέρα από τη διεπιστημονική επαφή αλλά και το σύστημα των μονάδων, που θα εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας για “ομογενοποίηση” των πιστοποιητικών κατάρτισης και εκπαίδευσης, οι ιδιώτες και οι επιχειρήσεις αποκτούν πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο. Κυριότερα με την θέσπιση των “επώνυμων εδρών” οι ιδιώτες θα μπορούν να ιδρύουν έδρες με συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, κατόπιν έγκρισης της πανεπιστημιακής κοινότητας.



Ψέμα: Η διαδικασία απορρόφησης των πτυχιούχων από την “πραγματική οικονομία” και σύμφωνα με τις αναπτυξιακές ανάγκες της χώρας, αναφέρεται γενικόλογα στο νόμο. Περισσότερο περιγράφονται οι τρόποι πρόσβασης των ιδιωτών στα ΑΕΙ και το πνευματικό έργο της ακαδημαϊκής κοινότητας, παρά η διασύνδεση των αποφοίτων με την αγορά. Σε κάθε περίπτωση, η οφθαλμοφανής μετατόπιση του ρόλου των ΑΕΙ σε πιο τεχνοκρατικό, παρά ακαδημαϊκό, χαρακτήρα, καθώς και η σύνδεση της χρηματοδότησης με τις “επιδόσεις” του Ιδρύματος, προκαλούν εύλογο σκεπτικισμό για το μέλλον των θεωρητικών, κοινωνικών και πολιτισμικών αντικειμένων.



Αντιμετωπίζεται αποφασιστικά η “ασυδοσία” του Πανεπιστημιακού Άσυλου

Αλήθεια: Η αλήθεια είναι ότι το λεγόμενο πανεπιστημιακό άσυλο, όπως θεσμοθετήθηκε το 1982 με το νόμο 1268 (αλλά και όπως ίσχυε εθιμικά ήδη από τον 19ο αιώνα), καταργείται εντελώς. Ορίζεται πολύ γενικά η έννοια των ακαδημαϊκών ελευθεριών, ενώ για κάθε παράβαση το πανεπιστήμιο αντιμετωπίζεται σαν ένας οποιοσδήποτε δημόσιος χώρος. Με λίγα λόγια η αστυνομία θα μπορεί να μπαίνει για πρώτη φορά ελεύθερα (και χωρίς καν διαπίστωση παρανομίας), χωρίς νομικούς και εθιμοτυπικούς περιορισμούς, εδώ και 150 χρόνια.



Ψέμα: Το πανεπιστημιακό άσυλο υπήρξε για χρόνια το μήλον της έριδος μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς στην Ελλάδα. Λοιδωρήθηκε από την μεν ως άσυλο κακουργημάτων και… ακολασίας. Λατρεύτηκε από τη δε ως η ύψιστη έκφραση ελευθερίας και πολιτικής δράσης. Η αλήθεια βρίσκεται, όπως πάντα, μακριά από τις εντυπώσεις. Το πανεπιστημιακό άσυλο δεν έγινε άσυλο εγκληματιών, όπως προσπαθούσαν κάποιοι να το περιγράψουν. Η εγκληματικότητα όλα τα χρόνια υπήρξε μηδαμινή, το ίδιο και οι ελάχιστες καταγγελίες της πανεπιστημιακής κοινότητας. Από την άλλη, με την κάλυψη του πανεπιστημιακού ασύλου, αλλά και γνωρίζοντας ότι οι πρυτανικές αρχές δε θα χρησιμοποιούσαν εύκολα τη δυνατότητα άρσης που τους έδινε ο νόμος, υπήρξαν δεκάδες περιπτώσεις ομάδων που έκαναν κατάχρησή του και κατέστρεψαν υποδομές. Σε κάθε περίπτωση, ο νόμος προέβλεπε σαφώς τις προϋποθέσεις της άρσης του, υποχρεώνοντας τις πανεπιστημιακές αρχές να την εφαρμόσουν. Η πλήρης κατάργησή του υπήρξε προϊόν μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων και έστρεψε (σ.σ. κάκιστα) την προσοχή του κοινού και τον κοινοβουλευτικό διάλογο πάνω σε ένα ζήτημα δευτερεύον για το μέλλον της τριτοβάθμιας εκπ/σης.



Λύνεται το πρόβλημα των “αιώνιων” φοιτητών

Αλήθεια: Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα στους εργαζόμενους φοιτητές να τροποποιήσουν τις σπουδές τους, ώστε να μπορούν παράλληλα να εργάζονται (μερική φοίτηση, διακοπή σπουδών). Προβλέπει όμως και γενικό όριο στη διάρκεια της φοίτησης, ν+2 ετών για σπουδαστές πλήρους φοίτησης και 2ν για τους μερικής φοίτησης (ν: κανονικά έτη φοίτησης). Άξια λόγου η διατήρηση της ρύθμισης για τους φοιτητές που αποτυγχάνουν επανειλημένα σε συγκεκριμένα μαθήματα. Αν ο σπουδαστής κοπεί τρεις φορές στο ίδιο μάθημα, εξετάζεται από επιτροπή καθηγητών που δεν περιλαμβάνει τον διδάσκοντα.



Ψέμα: Ναι μεν προβλέπεται η αυτόματη διαγραφή των φοιτητών μετά την λήξη ορισμένου χρόνου, ωστόσο, αν ο εσωτερικός κανονισμός κάθε σχολής περιγράφει κάτι διαφορετικό, τότε υπερισχύει του νόμου. Ούτως ή άλλως, οι λεγόμενοι “αιώνιοι” δεν αποτελούσαν πρόβλημα άξιο λόγου για το πανεπιστήμιο, καθώς ήδη από το τέλος των προβλεπόμενων ετών φοίτησης έχαναν όλα τα προνόμια (πάσο, σίτιση, εκπτώσεις κ.λπ.). Η μόνη επιβάρυνση αφορούσε το ενδεχόμενο να ξαναπάρουν κάποια συγγράμματα δωρεάν, καθώς και σε ένα μικρό επιμερισμό στη συνολική δαπάνη και το κόστος υποδομών (εργαστήρια) λόγω αυξημένου συνολικού αριθμού φοιτητών.



Υπήρξε ευρεία συναίνεση στην ψήφιση του νομοσχεδίου

Αλήθεια: Για την ψήφισή του στο κοινοβούλιο, πράγματι υπήρξε ευρύτατη συναίνεση. Ο νόμος πλαίσιο υπερψηφίστηκε από όλους τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, της Νέας Δημοκρατίας, του ΛαΟΣ καθώς και των ανεξάρτητων βουλευτών που ανήκουν στη Δημοκρατική Συμμαχία της Ντ. Μπακογιάννη. Με δεδομένο ότι όλη η Αριστερά καταψήφισε το νόμο, θα λέγαμε ότι πρόκειται για την πρώτη καθολική συμφωνία των αστικών κομμάτων της βουλής.



Ψέμα: Οι λόγοι της συναίνεσης πρέπει να αναζητηθούν περισσότερο στην μικροπολιτική, παρά στην ουσιαστική αποδοχή του νόμου Διαμαντοπούλου. Νέα Δημοκρατία και ΛαΟΣ απαίτησαν την πλήρη κατάργηση του ασύλου, με την πρώτη να διαφοροποιείται και στη διαδικασία εκλογής πρυτάνεων. Τελικά το ΠΑΣΟΚ τα βρήκε στη μέση για το θέμα της εκλογής (από τα μέλη ΔΕΠ, αλλά όχι τους φοιτητές) και συμφώνησε για το άσυλο. Η ΝΔ ως και το πρωί της ψήφισης του νόμου-πλαισίου επεσήμαινε μία σειρά αντισυνταγματικών διατάξεων. Το ίδιο απόγευμα σιώπησε εντελώς. Το δε ΛαΟΣ αδιαφόρησε χαρακτηριστικά για το σύνολο του νόμου, όπως και η κα. Μπακογιάννη. Το κεντρικό ζήτημα, κατά συνέπεια, στο οποίο επικεντρώθηκαν οι “διαπραγματεύσεις” ήταν το άσυλο.



Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία έχει δείξει, ειδικά στον ευαίσθητο τομέα της παιδείας, ότι αν δεν υπάρχει αποδοχή από την ίδια την ακαδημαϊκή κοινότητα, οι φιλόδοξοι νόμοι που σχεδιάζονται από φιλόδοξους υπουργούς, πέφτουν σε αχρηστία. Και, για την ώρα, ο νόμος Διαμαντοπούλου δεν φαίνεται να πείθει ιδιαίτερα φοιτητές και καθηγητές. Ειδικά όταν η ρητορική για το νόμο απέκτησε πολεμικό χαρακτήρα προς τα τέλη καλοκαιριού, με τις διόδους επικοινωνίας μεταξύ υπουργείου-πολιτικής ηγεσίας και ακαδημαϊκής κοινότητας να είναι στην πράξη ανύπαρκτες. Η πολιτική ηγεσία έχει βάλει στοίχημα για την πλήρη εφαρμογή του, με το ΛαΟΣ να πιέζει αφόρητα για την επέμβαση της αστυνομίας στις καταλήψεις με σκοπό να εμφανιστεί μία εντυπωσιακή εικόνα κατάργησης του ασύλου, προς τα έξω. Τέλος, η πλειονότητα των ΜΜΕ υποστηρίζει σθεναρά το νόμο, προβάλλοντας μάλιστα με ιδιαίτερο ζήλο κάποιες σελίδες του facebook, μέσω των οποίων φοιτητές ζητούν το άνοιγμα των σχολών και την εφαρμογή του νόμου. Η αλήθεια πάντως είναι ότι το κύμα καταλήψεων, με το οποίο υποδέχτηκε η φοιτητική κοινότητα το νόμο-πλαίσιο, παραμένει ακμαίο.
kanali.gr