Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το θέμα των παράνομων επιχειρηματικών πρακτικών της Siemens


Απάντηση της Επιτρόπου Εσωτερικών Υποθέσεων στον Ευρωβουλευτή της ΝΔ, Καθηγητή Ιωάννη Α. Τσουκαλά
«Η καταπολέμηση της διαφθοράς θα πρέπει να αποτελέσει μέρος μιας διαρθρωτικής λύσης στο πλαίσιο της ελληνικής οικονομικής ανάκαμψης», δηλώνει η Ευρωπαία Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων, κα Σεσίλια Μάλμστρομ, απαντώντας σε ερώτηση του Ευρωβουλευτή της ΝΔ,.
 Καθηγητή Ιωάννη Α. Τσουκαλά, μέλος της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας του Ευρ. Κοινοβούλιο σχετικά με τις παράνομες επιχειρηματικές πρακτικές της Siemens τόσο στην Ελλάδα, όσο και σε άλλες χώρες της Ευρώπης.
Σύμφωνα με την κα Μάλμστρομ, «η Επιτροπή αναγνωρίζει τη σοβαρότητα των πρόσφατων, μεγάλων διαστάσεων σκανδάλων διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα, τα οποία επηρέασαν πολλά κράτη μέλη της ΕΕ. Η υπόθεση της Siemens, ιδίως, δημιούργησε αντιδράσεις στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο στην Ελλάδα, καθώς και την επίγνωση ότι η καταπολέμηση της διαφθοράς εν γένει θα πρέπει να αποτελέσει μέρος μιας διαρθρωτικής λύσης στο πλαίσιο της ελληνικής οικονομικής ανάκαμψης. Η Επιτροπή γνωρίζει επίσης ότι τέτοιες περιπτώσεις δωροδοκίας στρεβλώνουν συχνά τον ανταγωνισμό, βάζοντας σε μειονεκτική θέση τις εταιρείες που συμμορφώνονται με τους κανόνες και τα δεοντολογικά πρότυπα».
Η κα Μάλμστρομ αναγνωρίζει ότι «η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να παρεμβαίνει σε μεμονωμένες υποθέσεις σε εθνικό επίπεδο – δεδομένου ότι υπεύθυνα για τη διατήρηση του νόμου και της τάξης στο έδαφός τους είναι τα κράτη μέλη – ωστόσο εμμένει στη δέσμευσή της όσον αφορά την αποτελεσματική καταπολέμηση της δωροδοκίας στην ΕΕ 27. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή εκπονεί τώρα μια νέα ανακοίνωση σχετικά με τη συνολική πολιτική της ΕΕ κατά της διαφθοράς, η οποία θα αντιμετωπίζει επίσης τη δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα και θα συνοδεύεται από έκθεση για την εφαρμογή εκ μέρους των κρατών μελών της απόφασης πλαισίου 2003/568/ΔΕΥ του Συμβουλίου σχετικά με την καταπολέμηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα».
Στην απάντησή της, η Ευρωπαία Επίτροπος αναφέρει: «Οι κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ δεν προβλέπουν νομική βάση που να επιτρέπει στην Επιτροπή να αντιμετωπίσει τη δωροδοκία. Εντούτοις, η Επιτροπή θα εμπλέκεται στις υποθέσεις στις οποίες αναφέρεται το Αξιότιμο Μέλος στο βαθμό που αφορούν τα ταμεία της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) είναι αρμόδια να ερευνά υποθέσεις απάτης και παρατυπιών που αφορούν τον προϋπολογισμό της ΕΕ. Για το σκοπό αυτό, η OLAF ενεργεί σε στενή συνεργασία με τις σχετικές εθνικές αρχές. Οι εθνικές αρχές, με τη σειρά τους, είναι υποχρεωμένες στο πλαίσιο των σχετικών τομεακών κανονισμών να κοινοποιούν στην Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένης της OLAF, τυχόν περιπτώσεις απάτης, παρατυπίες ή άλλες παράνομες δραστηριότητες που αφορούν τα ταμεία της ΕΕ, τις οποίες έχουν εντοπίσει.»
Η κα Μάλμστρομ αναφέρεται και στην δυνατότητα που δίνει η Ευρωπαϊκή νομοθεσία για αποκλεισμό εταιρειών από διαδικασίες διαγωνισμών. Σύμφωνα με την Επίτροπο, «εάν υπάρχει καταδίκη για δωροδοκία η οποία έχει την ισχύ του δεδικασμένου, οι υποψήφιοι ή οι υποβάλλοντες προσφορά πρέπει να αποκλείονται από τη συμμετοχή σε διαδικασία διαγωνισμού, από την ανάθεση σύμβασης ή από τη συμμετοχή σε διαδικασία χορήγησης επιδότησης». Σύμφωνα με την Επίτροπο, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) δεν διαθέτει προς το παρόν υποθέσεις που να αφορούν τη Siemens.

Σχολιάζοντας την απάντηση, ο κος Τσουκαλάς έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Παράνομες και ανήθικες επιχειρηματικές πρακτικές της Siemens είναι βέβαιο ότι δεν έχουν υπάρξει μόνο στην Ελλάδα. Ήδη η Siemens έχει τιμωρηθεί με πρόστιμα ύψους 1 δισ. ευρώ από τις αμερικανικές και γερμανικές αρχές, ενώ η τρέχουσα λειτουργία της έχει τεθεί υπό εποπτεία.
Αυτό που είναι μοναδικό στην περίπτωση της Ελλάδα είναι η ουσιαστική άρνηση του πολιτικού συστήματος να διερευνήσει σε βάθος το θέμα, να εντοπίσει όλους τους ενόχους και να αποκαλύψει τις τεράστιες ροές μαύρου πολιτικού χρήματος.
Εκτιμάται ότι το Ελληνικό κράτος έχει ζημιωθεί από τις πρακτικές της Siemens με περισσότερα από 2 δις ευρώ, ενώ είναι βέβαιο ότι χρήματα που κατέληξαν στα μαύρα ταμεία προέρχονται και από ευρωπαϊκά κονδύλια.
Καλώ την Ελληνική Κυβέρνηση και την Ελληνική Βουλή να ζητήσουν την τεχνική βοήθεια της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης. Αυτό θα επιτρέψει στις Ευρωπαϊκές υπηρεσίες, οι οποίες διαθέτουν την απαραίτητη τεχνογνωσία, να πραγματοποιήσουν σχετικές έρευνες, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες από τις οποίες διακινήθηκαν μαύρα κονδύλια, και να συμβάλλουν στην αποκάλυψη των πραγματικών διαστάσεων αυτής της υπόθεσης.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι ο Ελληνικός λαός, περισσότερο από κάθε οικονομικό μέτρο ανάκαμψης, απαιτεί ένα μνημόνιο ήθους, τιμιότητας, αποτελεσματικότητας και διαφάνειας, στο οποίο θα δεσμευθεί ο πολιτικός κόσμος της χώρας.»